Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

αδ:. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ - Ο ΤΕΚΤΩΝ - Ο ΕΛΛΗΝΑΣ




Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) υπήρξε ηγετική μορφή τής Φιλικής Εταιρείας, από τα κυριότερα ιδρυτικά μέλη της και μία από τις περισσότερο δραστήριες προσωπικότητές της.
Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Πατμιάδα Ακαδημία της γενέτειράς του, ο Ξάνθος, 20 χρονών περίπου, μετανάστευσε στην Τεργέστη, όπου επιδόθηκε στο εμπόριο. Το 1810 εγκαταστάθηκε στην Οδησσό, κοντά στον μεγαλέμπορο Βασίλειο Ξένο. Μετά από λίγο, περνώντας από τη Λευκάδα, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, μυείται στην Στοά "ΕΝΩΣΙΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ".

Στην Οδησσό, το 1814, ίδρυσε μαζί με τους Νικόλαο Σκουφά και Αθανάσιο Τσακάλωφ την Φιλική Εταιρεία της οποίας σκοπός ήταν η απελευθέρωση και η κοινωνική αποκατάσταση της υπόδουλης Ελλάδας. Για την καλύτερη εκπλήρωση του έργου του, τον Δεκέμβριο τού ίδιου έτους ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ΜΕΓΑΡΕΥΜΑ, όπου το κατάστημα του έγινε ουσιαστικά η μυστική έδρα της Εταιρείας. Μετά την διεύρυνση του ηγετικού κύκλου τής Εταιρείας με την εισδοχή των Π. Αναγνωστοπούλου (1816), Αθ. Σέκερη (1818) κ.δ., ο Ξάνθος κατείχε στην ιεραρχία την όγδοη θέση.

Κατά την σύσκεψη των Φιλικών στην Κωνσταντινούπολη, το 1818, ανατέθηκε στον Ξάνθο η προεργασία για την αναζήτηση μιας προσωπικότητας άξιας να αναλάβει την αρχηγία.

Για τον σκοπό αυτό διαπεραιώθηκε στη Θεσσαλία με την εντολή να παραλάβει συστατικές επιστολές από τον Άνθιμο Γαζή, μέλος ήδη της Φιλικής Εταιρείας. Ταξίδευσε στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τους Φιλικούς Αντώνιο Κομιζόπουλο και Ν. Πατσιμάδη, με τους οποίους οργάνωσε σύσκεψη για την προπαρασκευή της Επανάστασης και την κάθοδο του Ιωάννη Βαρβάκη στο Αιγαίο. Τον Ιανουάριο του 1820 επισκέφθηκε στην Πετρούπολη τον Έλληνα υφυπουργό Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας Ιωάννη Καποδίστρια. Μετά την άρνηση του Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, ο Ξάνθος ανέθεσε τελικά την ανώτατη αρχή των Φιλικών στον στρατηγό Αλέξανδρο Υψηλάντη, υπασπιστή τού τσάρου Αλεξάνδρου Α'. Μαζί με τον Υψηλάντη ίδρυσε την «Εθνική Κάσσα» (Ταμείο), για την οικονομική ενίσχυση του προετοιμαζόμενου Αγώνα.

Μετά την αποτυχία του υπό τον Υψηλάντη κινήματος στη Μολδοβλαχία (Φεβρουάριος 1821 ), ο Ξάνθος ταξίδευσε στα κέντρα των ελληνικών παροικιών, αναλαμβάνοντας την προσπάθεια για εξασφάλιση οικονομικής ενίσχυσης του Αγώνα, που είχε ήδη αρχίσει στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1823 διαπεραιώθηκε μαζί με τον Τσακάλωφ από την Τεργέστη στην επαναστατημένη Πελοπόννησο. Διέμεινε για ένα μικρό διάστημα στην Τρίπολη, κοντά στον Δημήτριο Υψηλάντη, ο οποίος τον έπεισε να αναχωρήσει στο Μόχατς της Ουγγαρίας, για να διοργανώσει την απόδραση τού κρατούμενου στις εκεί φυλακές Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε να ενδώσει στο σχέδιο τής απόδρασης και ο Ξάνθος επέστρεψε στην Πελοπόννησο και πήρε μέρος στην Επανάσταση.

Γύρω στο 1827, λίγο πριν από την αναμενόμενη άφιξη του Καποδίστρια, ο Ξάνθος αναχώρησε στο Βουκουρέστι, όπου αποσύρθηκε και ιδιώτευσε. Έμεινε σε τέτοιον βαθμό λησμονημένος, ώστε να πιστεύεται ότι είχε πεθάνει. Αυτό πίστευε και ο Αναγνωστόπουλος, όταν, το 1834, δημοσίευσε στον Αιώνα του Ιωάννη Φιλήμονα λίβελο εναντίον του Ξάνθου, κατηγορώντας τον ότι είχε διασκορπίσει αλόγιστα τα χρήματα τής «Εθνικής Κάσσας». Για να διαψεύσει την κατηγορία, ο Ξάνθος εγκαταστάθηκε το 1837 στην Αθήνα. Εκεί του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Σωτήρος και ένα επίδομα, το οποίο όμως, τελικά, ποτέ δεν έλαβε. Όταν το 1845 το τυπογραφείο Α. Γκαρμπολά εξέδωσε τα Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας του Ξάνθου, ο Φιλήμωνας αναγκάστηκε να ανασκευάσει τις εναντίον του κατηγορίες.

Και στην Αθήνα, όμως, ο πρωτεργάτης τής Φιλικής Εταιρείας Εμμανουήλ Ξάνθος έζησε παραγκωνισμένος και πάμπτωχος διαμένοντας σε μιαν άθλια καλύβα στην οδό Νικοδήμου αριθ. 27. Βυθισμένος σε έσχατη δυστυχία, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, ύστερα από πτώση του από την πίσω σκάλα της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει συνεδρίαση. Στην κηδεία του, του αποδόθηκαν τιμές στρατηγού.