Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

ΟΤΑΝ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟ


Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ο Α΄ 





( 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1886 - 7 ΙΟΥΛΙΟΥ 1972 )  
«Είναι δύσκολο ένα βιβλίο για την Πόλι... θα προχωρής σε καλντερίμια, θα σταματήσης σε πόρτες χορτασμένες... θα φέρης γύρα την Πόλη, με τα πόδια και με τη σκέψι, θα την σφίγγης στην αγκαλιά σου και θα την φιλής σαν τα νερά που καταφιλούν τις ακρογιαλιές της, ώσπου ν' αρχίσης ν' ακούς φωνές μυστικές .  Αλλά και πάλι δεν θα 'χης γυρίσει ούτε την πρώτη σελίδα» - Οικ. Πατριάρχης Αθηναγόρας

Τα χρόνια πριν την άφιξη του στο Φανάρι
Η οικογένεια του γιατρού Ματθαίου Σπύρου και της Ελένης Σπύρου το γένος Βασιλείου Μοκόρου είχε τρία παιδιά τον Αριστοκλή, το Γιώργο και την Αγαθή, που γεννήθηκαν μεταξύ των ετών 1886 και 1889 στο χωριό Τσαραπλανά της Επαρχίας Πωγωνίου της Ηπείρου, που από το 1928 μετονομάσθηκε σε Βασιλικό.
Ο Αριστοκλής γεννήθηκε την 25η Μαρτίου του 1886. Το Σεπτέμβριο του 1899 η μητέρα αρρωσταίνει, πιθανότατα από τύφο και πεθαίνει τον Οκτώβριο του 1899 σε ηλικία μόλις 37 χρόνων. Τη φροντίδα της ανάπτυξης του μικρού Αριστοκλή ανέλαβε τότε η γιαγιά του Ειρήνη Μοκόρου στην Κόνιτσα.
Ο μικρός Αριστοκλής έχοντας κλίση στα γράμματα, οδηγήθηκε από την Πρόνοια του Θεού και με την προτροπή του τότε Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου Αθηναγόρου Ελευθερίου, του μετέπειτα Μητροπολίτη Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου, το 1903, στο οικουμενικό διδακτήριο της Ορθοδοξίας, στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Εκεί εγγράφεται αρχικώς στο γυμνασιακό τμήμα της και από το 1907 φοιτά στη Θεολογική Σχολή. Το 1908 φεύγει από τη ζωή ο πατέρας του.
Ο Αριστοκλής Σπύρου, ενώ φοιτά στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, κείρεται μοναχός και το Μάρτιο του 1910 χειροτονείται Διάκονος από τον Μητροπολίτη Ελασσώνος Πολύκαρπο και λαμβάνει το όνομα Αθηναγόρας, με το οποίο πλέον εισέρχεται στην Ιστορία.
Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου αποφοιτά από τη Σχολή και παίρνει το δρόμο για τη Μητρόπολη Πελαγωνείας, που είχε έδρα το Μοναστήρι, δηλαδή τη πόλη Bitolj του σημερινού Κράτους των Σκοπίων.
Το Σεπτέμβριο του 1918, και αφού η Μητρόπολη Πελαγωνείας παύει να ανήκει στον Οικουμενικό Θρόνο και περιέρχεται στη δικαιοδοσία της Σερβικής Εκκλησίας, ο Αρχιδιάκονος Αθηναγόρας μαζί με το Μητροπολίτη Πελαγωνείας Χρυσόστομο Καβουρίδη οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου έφυγαν και πήγαν στο Άγιον Όρος. Εκεί εγκαταστάθηκαν στο ιστορικό Κάθισμα - Κελλί του Αγίου Ευσταθίου Μυλοποτάμου της Μεγίστης Λαύρας, που αποτέλεσε στο παρελθόν και το αναχωρητήριο του μεγάλου Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄. Κατόπιν διορίζεται Γραμματέας της Μητρόπολης Αθηνών, τον Μάρτιο 1919.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, όπου τις τύχες του Έθνους ανέλαβε η Επανάσταση του Πλαστήρα, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, και μετά τον θάνατο του Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, σε συνεδρίασή της, στις 16 Δεκεμβρίου του 1922, εκτιμώσα τα προσόντα, τη δράση και την προσωπικότητα του Διακόνου Αθηναγόρα Σπύρου εξέλεξε αυτόν, σε ηλικία 36 ετών, ως Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών.
Μετά την εκλογή του σε Μητροπολίτη, χειροτονείται ιερέας και στις 22 Δεκεμβρίου του 1922 Επίσκοπος, στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών, από τους Μητροπολίτες Δημητριάδος Γερμανό, Σύρου Αθανάσιο και Κορινθίας Δαμασκηνό.
Το 1930 η Αρχιεπισκοπή Αμερικής υφίσταται ένα σοβαρό πρόβλημα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναζητεί τον κατάλληλο ποιμενάρχη για να αναλάβει τις ευθύνες της επιλύσεώς του. Υπολογίζοντας στα εξαιρετικά προσόντα του Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών Αθηναγόρα, ζητάει τη συγκατάθεση της Εκκλησίας της Ελλάδος, για να τον εκλέξει για την Αρχιεπισκοπή Αμερικής. Η Εκκλησία της Ελλάδος με απόφαση της Συνόδου της, δίδει, «κατά την κανονικήν τάξιν», τη συγκατάθεσή της για τη νέα αποστολή του Αθηναγόρα. Έτσι, στις 13 Αυγούστου του 1930, ο Μητροπολίτης Κερκύρας και Παξών Αθηναγόρας εκλέγεται, από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής.
Στην Αμερική έφθασε στις 24 Φεβρουαρίου του 1931. Δύο μέρες μετά έγινε η ενθρόνισή του στον Άγιο Ελευθέριο της Νέας Υόρκης.
Το πόσο πέτυχε o Αρχιεπίσκοπος στις δημόσιες σχέσεις, ως χαρισματούχος δημόσιος εκκλησιαστικός άνδρας, μπορεί να επιβεβαιωθεί, κατά τον Πέτρο Κουρίδη, και από το γεγονός ότι ενώ όταν έφθασε στη Νέα Υόρκη, στις 24 Φεβρουαρίου του 1931, τον υποδέχθηκαν ελάχιστοι και ο αμερικανικός τύπος τον αγνόησε, δέκα οχτώ χρόνια αργότερα, φεύγοντας από την ίδια πόλη για τη νέα του έπαλξη, που λέγεται Οικουμενικός Θρόνος της Ορθοδοξίας, όχι μόνο πετάει με το ιδιωτικό αεροπλάνο του Προέδρου Harry Truman, αλλά και η φωτογραφία του προβάλλει στο εξώφυλλο του περιοδικού Life, σαν έκφραση του μεγίστου δυνατού βαθμού δημοσιότητας. Αλλά και εκτός απ’ αυτό χιλιάδες πιστοί με δάκρυα στα μάτια τον κατευόδωσαν για τη νέα τον αποστολή.
Ο Αθηναγόρας ως Οικουμενικός Πατριάρχης
Μετά από την παραίτηση, από του Οικουμενικού Θρόνου, στις 18 Οκτωβρίου του 1948, του Πατριάρχου Μαξίμου του Ε΄, την 1η Νοεμβρίου 1948 εξελέγη από την Ενδημούσα Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Αθηναγόρας, ως Οικουμενικός Πατριάρχης.
Ο νέος Πατριάρχης, αμέσως μετά την εκλογή του, δε βιάστηκε να εγκατασταθεί στο Φανάρι. Θεώρησε υποχρέωσή του να αποχαιρετήσει το εκεί ποίμνιο του με κάποια χρονική άνεση. Γι’ αυτό και αναχώρησε αεροπορικώς από την Αμερική, μετά από τρεις μήνες περίπου, δηλαδή την Κυριακή 23 Ιανουαρίου του 1949. Έμεινε για λίγο στο Παρίσι και την Τετάρτη 26 Ιανουαρίου έφθασε στην Κωνσταντινούπολη.
Το επίσημο ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, για τις δύο πρώτες μέρες του Πατριάρχου στην Κωνσταντινούπολη, έχει ως εξής: «Η Α.Θ.Π. ο νέος Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄ επιβαίνων μετά της ακολουθίας Αυτού του προσωπικού αεροπλάνου του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αφίκετο τη 26η Ιανουαρίου 1949 εις Κωνσταντινούπολιν. Εν τω αεροδρομίω εδεξιώθησαν Αυτόν Ιεράρχαι του Οικουμενικού Θρόνου, πολλοί επίσημοι και άπειρον πλήθος. Τη δ’ επομένη ετελέσθη εν τω Πατριαρχικώ Ναώ η ενθρόνισις Αυτού κατά την καθεστηκυίαν εν τη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τάξιν, παρόντων των επισήμων και μεγάλου πλήθους πιστών. Το μέγα Μήνυμα ανέγνω ο Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου... Ιάκωβος, την ποιμαντορικήν ράβδον ενεχείρισεν ο πρώτος τη τάξει Σεβ. Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Θωμάς, τον δε νουθετήριον λόγον είπεν από του άμβωνος ο Σεβ. Μητροπολίτης Αίνου Γερμανός».
Από την επομένη ο νέος Οιακοστρόφος της Οικουμενικής Καθέδρας ανέλαβε τις ευθύνες του ως Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Φαναρίου, ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και ως Οικουμενικός Πατριάρχης. Μπροστά στο τρίπτυχο αυτό της υπευθυνότητας και της ανάγκης ο Πατριάρχης Αθηναγόρας στάθηκε καλώς και μετά φόβου, και δεν ξέχασε ποτέ, καθ’ όλη την Πατριαρχεία του, ότι οι περιστάσεις χρειάζονταν, κατά Μητροπολίτη Αίνου Γερμανό, «έκτακτο άνδρα, νουν διορατικό, βούλησι ισχυρή και ηθική, χείρα στιβαρά» αλλά προ παντός, όπως ο ίδιος ομολόγησε στον ενθρονιστήριο λόγο του, «σύνεσιν νους και καρδίας χύμα».
Επί της Ηγουμενίας του Πατριάρχου Αθηναγόρου στην Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του Διπλοφανάρου που από το 1953 μέχρι και το 1970 υπηρέτησε ως εσωκατάκοιλος ή εσωκατάκοιτος κληρικός της Πατριαρχικής Αυλής, εκτός από τις προβλεπόμενες, από το Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, Ιερές Ακολουθίες, τις οποίες τηρούσε με ευλάβεια, αναζητούσε αφορμές και ευκαιρίες για τον πλουτισμό του εορτολογίου και τη συγκέντρωση πληρώματος στο Ναό. Παραδείγματα αυτών των αναζητήσεων είναι η Θέσπιση πανηγυρικών εορτών στη μνήμη της Αγίας Θεοφανούς και της Αγίας Σολομωνής, των οποίων τα ιερά λείψανά φυλάσσονται στον Πατριαρχικό Ναό, η συγκέντρωση των κατηχητοπαίδων τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων και τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, η δημιουργία εορτών της μητέρας, του πατέρα κ.α.
Σ’ όλες τις ιεροτελεστίες είτε επρόκειτο για Πατριαρχική και Συνοδική Θεία Λειτουργία, είτε και για απλή Πατριαρχική Χοροστασία η εκδηλωτική ευλάβειά του ως Τελετουργού, οι δεσποτικές αλλά και οι ευγενικές και μετρημένες τελετουργικές κινήσεις του, η υπέροχη στάση και ακινησία του στο Θρόνο, η Αρχιερατική του χάρη ως κορυφαίου Μυσταγωγού μπροστά στο Ιερό Θυσιαστήριο, πρόδιδαν ότι κατείχε την τέχνη του να είναι Πρώτος. Στο Παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέου, που ο Ηγούμενος Πατριάρχης εύρισκε κατά την έκφρασή του «την τακτικήν καθ’ ημέραν όασιν», η θέση του δεν ήταν πάντοτε ο θρονίσκος, αλλά και το θυσιαστήριο, σε περίπτωση απουσίας ιερέως, καθώς και το αναλόγιο, είτε επειδή απουσίαζαν οι κληρικοί της Αυλής είτε ακόμη επειδή ήθελε να συμβάλλει με την χαρακτηρίζουσα αυτόν βαρυτονία.
Ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ο Αθηναγόρας αισθάνθηκε τη Ρωμηοσύνη της Πόλης «ως το τίμιον ποίμνιον της κατ’ αυτόν Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής και το προσφιλές αντικείμενον της αμέσου πατρικής αυτού μερίμνης». Διαίρεσε την Αρχιεπισκοπή σε πέντε περιφέρειες και τοποθέτησε σ’ αυτές Αρχιερατικώς Προϊσταμένους, που ήταν ή Τιτουλάριοι Βοηθοί Επίσκοποι ή Tιτουλάριοι Μητροπολίτες ή και Συνοδικοί Μητροπολίτες.
Σπουδαίο μέλημα του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρου υπήρξε η ίδρυση της «Πνευματικής Διακονίας», στις 27 Σεπτεμβρίου του 1949, που σκοπό είχε την εσωτερική ιεραποστολή. Για το σκοπό αυτό λειτούργησαν τρία Ιερατικά Φροντιστήρια στις Κοινότητες Σταυροδρομίου, Ταταούλων και Γαλατά. Με τα Φροντιστήρια αυτά επεδίωκε την ανάπτυξη του πνευματικού καταρτισμού των μη θεολόγων κληρικών, με πρακτική διδασκαλία της ποιμαντικής και ιδιαίτερα της εφαρμοσμένης λειτουργικής, δηλαδή του τρόπου τελέσεως της Θείας Λειτουργίας και των λοιπών Μυστηρίων.
Στα επιτεύγματα της Πνευματικής Διακονίας εντάσσεται και η έκδοση, από τις 23 Ιουνίου 1951, της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Ο Απόστολος Ανδρέας», πρακτικού περιεχομένου, που εκδίδεται αρχικώς για μερικούς μήνες σε ιδιωτικό τυπογραφείο και προορίζετο για το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος της Εκκλησίας. Προς το τέλος του 1951 επανιδρύεται το Πατριαρχικό Τυπογραφείο, από το οποίο εκδίδονται τακτικώς μαζί με την παραπάνω εφημερίδα και το επίσημο του Πατριαρχείου περιοδικό «Ορθοδοξία». Μέχρι δε την παύση της λειτουργίας του, το 1964, τυπώθηκαν σ’ αυτό πάνω από 100 μελετήματα.
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως θέσπισε τα Ιερά Κογκλάβια του Ιερού Κλήρου της Αρχιεπισκοπής, για να αναπτύσσονται και να εξετάζονται σ’ αυτά τα απασχολούντα τον Ιερό Κλήρο προβλήματα, που είχαν σχέση με την κοινοτική και λειτουργική ζωή του ποιμνίου του. Κάθε αρχιερατικός ή ιερατικός προϊστάμενος κοινότητας έπρεπε να φέρει στη συνάντηση αυτή «έκθεση πεπραγμένων», πάνω στα θέματα της οποίας εγένετο ανοικτή συζήτηση. Επίσης πραγματοποιούντο τα πρώτα χρόνια και συγκεντρώσεις ιεροψαλτών και νεωκόρων της Αρχιεπισκοπής, προκειμένου να εξετάζονται και να επιλύονται τα απασχολούντα αυτούς προβλήματα.
Η στοργή και το ενδιαφέρον του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως για τους κληρικούς του, τον οδήγησε στη σύσταση, με τη βοήθεια της Πνευματικής Διακονίας, του Κέντρου του Ιερού Κλήρου στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού της νήσου Πριγκήπου, που είχε ως σκοπό να φιλοξενεί τους κληρικούς, που ήθελαν να ξεκουραστούν για λίγες μέρες το καλοκαίρι.
Η μέριμνα της Πνευματικής Διακονίας, μετά από υποδείξεις του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρου, επεκτάθηκε και σε άλλους βασικούς πρακτικούς τομείς, όπως είναι η παροχή υποτροφιών, η προικοδότηση απόρων κοριτσιών, η ενίσχυση αναξιοπαθούντων αδελφών κ.α.
Ιδιαιτέρως το ενδιαφέρον του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρου προς τη νέα γενιά ήταν μεγάλο. Ιδρύματα αυτού του ενδιαφέροντος υπήρξαν:
  1. η Εστία Εργαζομένου Κοριτσιού, που είχε σκοπό την πνευματική και ηθική τόνωση των εργαζομένων κοριτσιών, και
  2. η Παιδόπολη, που φιλοξενούσε το καλοκαίρι, στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού της νήσου Πρώτης, παιδιά σχολικής ηλικίας απ’ όλη την Αρχιεπισκοπή.
Τέλος επεδίωξε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας να συσταθεί σε κάθε κοινότητα της Πόλης Φιλόπτωχος Αδελφότητα, Μορφωτικός Σύνδεσμος, Μαθητικό Συσσίτιο, Μιχτές Εκκλησιαστικές Χορωδίες, Κατηχητικά Σχολεία και Ώρα Αναψυχής του Παιδιού.
Επιθυμώντας να γνωρίσει από κοντά κάθε κοινότητα και να προωθήσει την οργάνωσή της, εφάρμοζε την αρχή των τακτικών Πατριαρχικών Χοροστασιών στις κοινότητες. Μετά τη Θεία Λειτουργία επακολουθούσε πάντοτε δεξίωση στην κοινοτική αίθουσα, κατά την οποία εκτίθεντο τα πεπραγμένα από τον Αρχιερατικό Προϊστάμενο της Περιφέρειας, τον Ιερατικό Προϊστάμενο της Κοινότητας, τον Πρόεδρο της Κοινότητας και από τους Προέδρους της Φιλόπτωχου Αδελφότητας και του Μορφωτικού Συνδέσμου της κοινότητας.
Κατά διαστήματα πραγματοποιούσε και συγκεντρώσεις των προέδρων και των μελών των διοικητικών συμβουλίων των φιλανθρωπικών σωματείων της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως για την ανταλλαγή απόψεων πάνω στα προβλήματα των ιδρυμάτων τους. Επίσης, καλούσε κατά διαστήματα μερικούς από τους προέδρους των σωματείων για να παρακαθίσουν σε επίσημα γεύματα, που έδιδε το Πατριαρχείο προς τιμήν ξένων προσωπικοτήτων, προκειμένου να γνωρίσουν τα διορθόδοξα και τα διαχριστιανικά προβλήματα της Εκκλησίας.
Ο αείμνηστος Αθηναγόρας πέραν από Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Αγίου Γεωργίου του Διπλοφανάρου και Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης ήταν και Οικουμενικός Πατριάρχης. Και ως Οικουμενικός Πατριάρχης ο Αθηναγόρας στάθηκε καθ’ όλη την περίοδο της Πατριαρχίας του «καλώς και μετά φόβου» ως «έκτακτος άνδρας με νουν διορατικό και με βούληση ισχυρή και ηθική». Έτσι λοιπόν επί της Πατριαρχίας Αθηναγόρου του Α΄ αναγνωρίσθηκαν εννέα Άγιοι με Κανονική Πράξη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου:
  1. Στις 31 Μαΐου του 1955, ο Νικόδημος Αγιορείτης, που γιορτάζεται η μνήμη του στις 14 Ιουλίου,
  2. στις 20 Απριλίου του 1961, ο Κοσμάς ο Αιτωλός, που γιορτάζεται η μνήμη του στις 24 Αυγούστου και o Νεκτάριος Κεφαλάς, Μητροπολίτης πρ. Πενταπόλεως, που γιορτάζεται η μνήμη τον στις 9 Νοεμβρίου,
  3. στις 20 Ιουνίου του 1967, ο Αρσένιος ο Πάριος, που γιορτάζεται η μνήμη του στις 18 Αυγούστου,
  4. στις 11 Σεπτεμβρίου του 1970, ο Ηγούμενος Ραφαήλ, ο Διάκονος Νικόλαος και η Ειρήνη, που γιορτάζονται οι μνήμες τους την Τρίτη της Διακαινησίμου, και η μοναχή Πελαγία, που γιορτάζεται η μνήμη της στις 23 Ιουλίου, και
  5. στις 23 Μαΐου του 1972, η Λυδία η Φιλιππησία, που γιορτάζεται η μνήμη της στις 20 Μαΐου.
Επίσης επί της Πατριαρχίας του έγινε δυο φορές o καθαγιασμός του αγίου Μύρου (1951 και 1960).
Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας το 1951 συνέβαλε στην σύνταξη του νέου κανονισμού λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, που σκοπό είχε την αναδιοργάνωση και περαιτέρω ανάπτυξή της.
Επίσης επέτυχε την ίδρυση τριών ακαδημαϊκών κέντρων, όπως:
  1. το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, που συνεστήθη με Πατριαρχικό και Συνοδικό Σιγίλιο, το έτος 1965, και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή των Βλατάδων της Θεσσαλονίκης και εκδίδει α. το εξαμηνιαίο επιστημονικό περιοδικό «Κληρονομία», β. τη σειρά «Ανάλεκτα Βλατάδων», γ. τη σειρά «Θεολογικά Δοκίμια», δ. τη σειρά «Θεολογικά Μελετήματα», ε. τη σειρά «Φως Πατέρων», ς. τη σειρά «Λειτουργικά Βλατάδων», ζ. καταλόγους ελληνικών χειρογράφων, η. φωτοαναστατική επανέκδοσητων περιοδικών «Εκκλησιαστική Αλήθεια», «Νέος Ποιμήν» και «Ορθοδοξία» και τέλος θ. σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών εξέδωσε τους τέσσερις πολυτελείς τόμους «Θησαυροί του Αγίου Όρους»,
  2. το Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που ιδρύθηκε με τον τόμο του 1966, στο Chambesy, κοντά στη Γενεύη της Ελβετίας, και που εκδίδει τις περιοδικές εκδόσεις «Επίσκεψις», «Συνοδικά» και «Θεολογικαί Μελέται» και 
  3. την Ορθόδοξη Ακαδημία της Κρήτης (1968), που βρίσκεται στο Κολυμπάρι Χανίων.



Επί της Πατριαρχίας του, το 1961, η ημιαυτόνομος Εκκλησία της Κρήτης απέκτησε το νέο Καταστατικό της Χάρτη, το 1962 οι Επισκοπές της ονομάσθηκαν Μητροπόλεις, ο δε Μητροπολίτης Κρήτης με την από 28 Φεβρουαρίου του 1967 απόφαση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ονομάσθηκε Αρχιεπίσκοπος.
Στην Ευρώπη, το 1972, οι επισκοπές της Αυτονόμου Εκκλησίας της Φινλανδίας ονομάσθηκαν Μητροπόλεις. Η Μητρόπολη Θυατείρων, με δικαιοδοσία σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, ονομάσθηκε Αρχιεπισκοπή Θυατείρων, και από το 1968 Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας. Το 1963 ιδρύθηκαν oι Μητροπόλεις Γαλλίας, Γερμανίας και Αυστρίας. Το 1969 ιδρύθηκαν οι Μητροπόλεις Σουηδίας και Βελγίου.
Στην Αμερική η Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής προήχθηκε από την 8η Δεκεμβρίου του 1970 στην «ενάτην από του Καισαρείας τάξιν, ευθύς μετά τον (θρόνον) Δέρκων» του Συνταγματίου του Οικουμενικού Θρόνου.
Στην Αυστραλία, το 1959, η Μητρόπολη Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας ονομάσθηκε Αρχιεπισκοπή, και το 1970 η Νέα Ζηλανδία αποσπάστηκε από την Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας και έγινε Μητρόπολη.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄, «ως φορέας του παρελθόντος, εργάτης του παρόντος και οραματιστής ενός καλύτερου και ευτυχέστερου μέλλοντος», προώθησε τις διορθόδοξες και διαχριστιανικές σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο κανείς άλλος πριν απ’ αυτόν. Στον διορθόδοξο τομέα εργάστηκε εντατικά για τη σύγκληση των Πανορθόδοξων Διασκέψεων, που μας οδηγούν στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων. Για το λόγο αυτό, το Φεβρουάριο του 1951, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με Εγκύκλια Πατριαρχικά Γράμματα προς τους Μακαριωτάτους Πατριάρχες και τους Προέδρους των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών ανακοινώνει ότι το ζωτικοτάτης σημασίας θέμα για την Ορθόδοξο Εκκλησία, δηλαδή η σύγκληση της Πανορθόδοξης Προσυνόδου, εξακολουθεί να απασχολεί πάντοτε τον Οικουμενικό Θρόνο, γι’ αυτό και με απόφαση της Ιεράς αυτού Συνόδου θέτει εκ νέου το θέμα αυτό στην κρίση τους. Οι επίσημες επισκέψεις, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο από τους Πατριάρχες Αντιοχείας Θεοδόσιο, Ιεροσολύμων Βενέδικτο, Σερβίας Γερμανό και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο, που έγιναν το 1959, για επαφές και συνομιλίες με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, καθώς και η Ιερή Πορεία, που πραγματοποίησε περί τα τέλη του ίδιου έτους ο Πατριάρχης Αθηναγόρας προς τα αρχαία Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής, περιλαμβάνονται μέσα στο προπαρασκευαστικό στάδιο της σύγκλησης της Πανορθόδοξης Διάσκεψης.
Αποκορύφωμα των επίσημων αυτών επισκέψεων και επαφών μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών απετέλεσε η επίσκεψη του Πατριάρχου Μόσχας και πάσης Ρωσίας Αλεξίου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έγινε το Δεκέμβριο του 1960. Η επίσκεψη αυτή υπήρξε ιστορικής σημασίας και σπουδαιότητας και είχε μεγάλη απήχηση στο διορθόδοξο αλλά και στο διαχριστιανικό κόσμο. Συνέβαλε η επαφή και η συνομιλία των δύο Πατριαρχών και στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας. Επίσης αποκαταστάθηκαν μετά ταύτα και οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το Πατριαρχείο Σόφιας και πάσης Βουλγαρίας, έπειτα από την υποβληθείσα παράκληση της Βουλγαρικής Εκκλησίας και απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που αναγνώρισε κατ’ οικονομία, την 21η Ιουλίου του 1961, την πατριαρχική αξία και περιωπή της Βουλγαρικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με τη διευθέτηση και του θέματος αυτού, αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών σχέσεις, ο δε κοινός πόθος και η προσδοκία τους για τη σύγκληση μίας πανορθοδόξου διασκέψεως ήταν πραγματοποιήσιμος.
Γι’ αυτό και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, στις 4 Μαΐου και στις 13 Ιουνίου του 1961, με Πατριαρχικά Εγκύκλια Γράμματα, ανακοίνωσε προς τις επί μέρους Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για τη σύγκληση Πανορθοδόξου Διασκέψεως στη Ρόδο, το Σεπτέμβριο του 1961. Η Διάσκεψη πραγματοποιήθηκε μεταξύ 24 Σεπτεμβρίου και 1 Οκτωβρίου του 1961 και συμπλήρωσε τον κατάλογο θεμάτων της μελλούσης προσυνόδου και πρότεινε την καλλιέργεια φιλικών σχέσεων με τις Αντιχαλκηδόνιες (Αρχαίες ή Μεταχαλκηδόνιες ή Ελάσσονες) Εκκλησίες της Ανατολής, προς αποκατάσταση της ενώσεως και τη μελέτη της ιστορίας, της πίστεως και της λατρείας των Εκκλησιών αυτών, και τη συνεργασία μαζί τους σε οικουμενικά συνέδρια πάνω σε πρακτικά θέματα.
Η σύγκληση της Πρώτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως, το 1961, οφείλεται, κατά τον καθηγητή Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, στις πρωτοβουλίες που ανέλαβε για την πραγμάτωσή της το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με τις ιδιάζουσες ευθύνες του, ως Πρωτόθρονη Εκκλησία, μέσα στο διοικητικό σύστημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με ποδηγέτη τον Προκαθήμενο του, Πατριάρχη Αθηναγόρα, που έθεσε ως μέλημα της πατριαρχίας του τη σύγκληση αυτής και επεδόθηκε με πολλή αφοσίωση στο έργο για την πραγμάτωσή της.
Μετά την πρώτη ακολούθησε η Δευτέρα και η Τρίτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη, που πραγματοποιήθηκαν στη Ρόδο. Η μεν δευτέρα συγκλήθηκε από 26 Σεπτεμβρίου μέχρι και 1 Οκτωβρίου του 1963, και αποφάσισε να προτείνει στους Ρωμαιοκαθολικούς την έναρξη διαλόγου «επί ίσοις όροις», η δε τρίτη, που συγκλήθηκε μεταξύ 1ης και l5ης Νοεμβρίου του 1964, αποφάσισε, για το διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς, ότι χρειάζεται η δέουσα προπαρασκευή και η δημιουργία καταλλήλων συνθηκών, για δε τον διάλογο με τους Αγγλικανούς και Παλαιοκαθολικούς, την άμεση σύσταση δύο ειδικών Διορθοδόξων Θεολογικών Επιτροπών, για τη συνέχιση με αυτούς των Θεολογικών συζητήσεων.
Η Τετάρτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη συγκλήθηκε από 8ης μέχρι l5ης Ιουνίου του 1968, στο Chambesy της Ελβετίας, και αποφάσισε πρώτο να τεθεί σαν κύριος στόχος και άμεση επιδίωξη η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της κατ’ Ανατολάς Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας και αντί της συγκροτήσεως μιας προσυνόδου να συγκροτηθούν σταδιακώς αλλεπάλληλοι Προσυνοδικαί Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, καθώς και μία Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή, και δεύτερον να συνεχιστεί η συστηματική προπαρασκευή του θεολογικού διαλόγου με τους ετερόδοξους Χριστιανούς και η συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο έργο του Π.Σ.Ε., καθώς και η πραγματοποίηση Θεολογικού διαλόγου της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις Αντιχαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής. Τέλος επί της Πατριαρχίας Αθηναγόρου συνεκλήθη, επίσης στο Chambesy, από 16 - 28 Ιουλίου του 1971, η Α΄ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, κατά την οποία παρουσιάστηκαν εισηγήσεις πάνω σε έξι θέματα από τον κατάλογο των θεμάτων της Πρώτης Πανορθόδοξης Διάσκεψης.
Μέσα στο πνεύμα της ανάγκης για επαφή και συνεργασία όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ενότητα της Ορθοδοξίας, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, το 1963, με την ευκαιρία της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους, επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και ηγήθηκε των εορταστικών εκδηλώσεών του και στη συνέχεια επισκέφθηκε την Εκκλησία της Ελλάδος. Για τον ίδιο λόγο, το 1967, επισκέφθηκε τις Εκκλησίες της Σερβίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Επίσης, το 1969, επισκέφθηκε τη Σόφια της Βουλγαρίας, όπου ηγήθηκε των τελετών για τα 1100 χρόνια από το θάνατο του Αγίου Κυρίλλου.
Στο διαχριστιανικό τομέα, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας προώθησε το διάλογο και πέτυχε να εξυψώσει και να τοποθετήσει τις διμερείς συνομιλίες και τις Θεολογικές συζητήσεις πάνω σε πανορθόδοξο επίπεδο:
  • α. με τους Αγγλικανούς το 1966 στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας, το 1970 στο Chambesy της Γενεύης της Ελβετίας και το 1971 στο Helsinki της Φινλανδίας,
  • β. με τους Παλαιοκαθολικούς επίσης το 1966 στο Βελιγράδι, το 1970 στη Γενεύη και το 1971 στη Βόννη της Γερμανίας,
  • γ. με τις Αντιχαλκηδόνιες Εκκλησίες της Ανατολής προωθήθηκε ο διάλογος το 1971 στην Addis Ababa της Αιθιοπίας, και
  • δ. διάλογος με ανεπίσημες Θεολογικές επιτροπές του Π.Σ.Ε. προωθήθηκε το 1964 στο Aarhus της Δανίας, το 1967 στο Bristol της Αγγλίας, το 1970 στη Γενεύη και το 1971 στην Addis Ababa.
  • Το επίτευγμα τούτο του Πατριάρχου Αθηναγόρου μπορεί να αποδοθεί, κατά τον καθηγητή Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, στο φιλενωτικό του πνεύμα, που ήταν το «πιστεύω» του και χαρακτήριζε την όλη του δραστηριότητα στην Εκκλησία ως Μητροπολίτη Κερκύρας, Αρχιεπίσκοπο Αμερικής και Οικουμενικό Πατριάρχη.
  • Τέλος oι διαχριστιανικές σχέσεις βοηθήθηκαν επίσης κατά την περίοδο της Πατριαρχίας Αθηναγόρου και από τα παρακάτω γεγονότα:
  • α. από την Εγκύκλιο του Πατριάρχου, που στάλθηκε τον Ιανουάριο του 1952, προς τους Μακαριωτάτους Πατριάρχες και τους Προέδρους των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και που αναφέρει τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η συμμετοχή και συνεργασία της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών και καθορίζει τη σχέση και τους τρόπους της συμμετοχής των Ορθοδόξων εκπροσώπων στις εργασίες και τις συζητήσεις αυτού,
  • β. από την επίσημη επίσκεψη, που πραγματοποίησε από 29ης Νοεμβρίου μέχρι και 1ης Δεκεμβρίου του 1960, ο Προκαθήμενος της Αγγλικανικής Εκκλησίας Geoffrey Fisher στο Οικουμενικό Πατριαρχείο,
  • γ. από την επίσημη επίσκεψη, που πραγματοποίησε από 2 - 6 Μάίου 1962 ο Προκαθήμενος της Αγγλικανικής Εκκλησίας Δρ. Michael Ramsey στο Οικουμενικό Πατριαρχείο,
  • δ. από την έναρξη επίσημης αλληλογραφίας μεταξύ των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης, το έτος 1963,
  • ε. από την ιστορική συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ΄, που πραγματοποιήθηκε στο Όρος των Ελαιών στα Ιεροσόλυμα, τον Ιανουάριο του 1964,
  • ς. από τις επισκέψεις Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας στη Ρωμαιοκαθολική, Αγγλικανική και Παλαιοκαθολική Εκκλησία, το Φεβρουάριο του 1965,
  • ζ. από την επίσκεψη παπικής αντιπροσωπείας στο Φανάρι, τον Απρίλιο του 1965,
  • η. από την ταυτόχρονη άρση «από της μνήμης και εκ μέσου της Εκκλησίας» των αναθεμάτων του 1054, που έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 1965, στη Ρώμη και στο Φανάρι,
  • θ. από την ανταλλαγή επισκέψεων ανωτάτου επιπέδου, που έγινε το 1967, με την επίσκεψη του Πάπα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και του Πατριάρχου Αθηναγόρα στη Ρώμη,
  • ι. από την επίσημη επίσκεψη, που πραγματοποίησε από της 9ης μέχρι και l4ης Νοεμβρίου του 1967 ο Οικουμενικός Πατριάρχης στον Αρχιεπίσκοπο Καντουαρίας Δρα Michael Ramsey στην Αγγλία,
  • ια. από την επίσκεψη ειδικών απεσταλμένων της Αγγλικανικής Εκκλησίας στο Φανάρι, τον Οκτώβριο του 1968,
  • ιβ. από την διοργάνωση, το 1969, του Ιστορικού Διεκκλησιαστικού Συνεδρίου στο Bari της Ιταλίας μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων πανεπιστημιακών καθηγητών,
  • ιγ. από τα οργανούμενα από το 1969 Οικουμενικά Συμπόσια της πόλεως Regensburg της Γερμανίας, μεταξύ της Γερμανικής Συνόδου των Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων και του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
  • ιδ. από την απόδοση από την Εκκλησία της Ρώμης των Ιερών Λειψάνων προς τις δικαιούχες Εκκλησίες της Ανατολής, όπως του Αγίου Ανδρέου στην Εκκλησία των Πατρών (1964), του Αγίου Σάββα στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων (1965), του Αγίου Τίτου στην Εκκλησία της Κρήτης (1966), και του Αγίου Ισιδώρου στην Εκκλησία της Χίου (1967),
  • ιε. από την αποστολή, το 1964, επισήμων παρατηρητών από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην τρίτη φάση της Β΄ Βατικανής Συνόδου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (1962 –1965), και
  • ις. από την αποστολή ορθοδόξων αντιπροσώπων στις Γενικές Συνελεύσεις του Π.Σ.Ε., που έγιναν στο Έβανστον το 1954, στο Νέο Δελχί το 1961 και στην Ουψάλα το 1968.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ανακεφαλαιώνοντας, ο Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος κάνει τις εξής παρατηρήσεις για το έργο που έγινε κατά την Πατριαρχία Αθηναγόρου του Α': «Η Πατριαρχία Αθηναγόρου του Α', αποτελεί ιστορικό σταθμό τόσο για τον Οικουμενικό Θρόνο όσο και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αποτελεί την απαρχή μιας ιστορίας πού γνώρισε μεν αντιδράσεις αλλά και πού ήταν γεμάτη από διορθόδοξες και διαχριστιανικές εκδηλώσεις αγάπης, θυσίας, διακονίας και έργων ανθρωπισμού. Παρουσίασε έντονη δραστηριότητα στο συντονισμό της δυναμικότητας της Ορθοδοξίας. Ιδρύθηκαν Πατριαρχικά Κέντρα. Αναπτύχθηκε ο δημιουργικός Διάλογος της αγάπης. Επιδιώχθηκε η λήθη του παρελθόντος, η καλύτερη συνεννόηση μεταξύ των Εκκλησιών και η στενότερη συνεργασία πάνω σε σύγχρονα προβλήματα. Ακόμη δε επιδιώχθηκε και η καλλιέργεια και προαγωγή του Θεολογικού Διαλόγου με στόχο την συνεύρεση όλων πάνω στα θεμέλια της πίστεως και της ελευθερίας, βοηθούμενοι από την ευσεβή και την οικοδομητική θεολογική σχέση των κoινών Πατέρων και από την ποικιλία των κατά τόπους εθίμων, όπως συνέβαινε πάντοτε στην Εκκλησία».
Ο Πατριάρχης μετά το 1970 άρχισε να παρουσιάζει στην υγεία Του σημεία μεγάλης κατάπτωσης. Το καλοκαίρι του 1972, όπως κάθε χρόνο, παρέμενε εφησυχάζων στα ιδιαίτερα πατριαρχικά δώματα της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος της Χάλκης. Την Πέμπτη, 29 Ιουνίου 1972, «υπέστη», κατά το ιατρικό ανακοινωθέν, «συνεπεία ολισθήματος, κάταγμα του δεξιού αυχένος του μηρού». Την επομένη μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Βαλουκλή όπου και πέθανε την Παρασκευή 7 Ιουλίου 1972, από επιπλοκή νεφρικής πάθησης και πτώση της αρτηριακής πίεσης.
Την Τρίτη, 11 Ιουλίου 1972, έγινε η κηδεία Του στον Ιερό Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Το πρωί και ώρα 9 άρχισε η Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Προέδρου της Ενδημούσης Αγίας και Ιεράς Συνόδου Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, με συλλειτουργούς τους Μητροπολίτες Χαλδίας Κύριλλο και Κολωνείας Γαβριήλ. Ακολούθησε η νεκρώσιμη Ακολουθία, που άρχισε στις 12 ακριβώς, με την παρουσία όλων των Αρχιερέων της Αγίας και Ιεράς Ενδημούσης Συνόδου, προεξάρχοντος του Προέδρου Αυτής, στο τέλος της οποίας εξεφώνησε τον επικήδειο λόγο, από τον ιερού άμβωνος, ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος.
Η σωρός του μεταστάντος Πατριάρχου μεταφέρθηκε με πομπή στην Ιερά Μονή της Ζωοδοχου Πηγής Βαλουκλή, όπου και ετάφη, κοντά στους τάφους των προ αυτού Οικουμενικών Πατριαρχών.

Έγινε επικόλληση από <http://www.cmkon.org/oldsite/Athinagoras2.htm>