Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΥΠΟΘΗΚΑΙ - ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ






«Τον δε ένδον εν τω στηθεί ϊδρυμένον δαίμονα ( Δαίμων = θεός, πνεύμα, παρά τοίς άρχαίοις.) μη φέρειν, μηδέ θορυβεϊν όχλω φαντασιών* αλλά ιλέων διατηρείν, κοσμίως έπόμενον τω θεώ, μήτε φθεγγόμενόν τι παρά τα αληθή, μήτε ενεργούντα παρά τα δίκαια».
Μάρκου Άντωνίνου «Των είς εαυτόν». Α'.

§ 1. Ό άνθρωπος καθ' εαυτόν έχει ουσιαστικώς μεγάλην άξίαν. Δια να παραχθή ή ανθρωπινή μορφή, ή Φύσις είργάσθη επί αιώνας αιώνων. Ο άνθρωπος εν τη Γη αποτελεί την κορωνίδα καί το στεφάνωμα της Δημιουργίας. Εν τη μορφή αυτού έκδηλοϋται έμφανέστερον το λογικόν καί εν αύτώ καταφαίνεται σαφώς ή πνευματικότης της Φύσεως. Το άνθρώπινον πνεύμα εν τω συνόλω του αποτελεί το συνειδητόν Εγώ της Γης.
§ 2. Το πνεύμα έκδηλοϋται είς όλας τάς οργανικός μορφάς αποτε­λούν στοιχείον καί των κατωτέρων του ανθρώπου όντων. Είς τον άνθρωπον όμως ή πνευματικότης έκδηλοϋται τελειότερον.
§ 3. Κατά τί ό άνθρωπος διαφέρει των λοιπών επί της Γης ζώων; Κατά τον οωματικόν όργανισμόν του, όστις είναι δεξιώτερος εις το να δέχηται δια του συνόλου των αισθήσεων του λεπτότερος εντυπώσεις καί κατά τάς ικανότητας του πνεύματος του, αϊτινες του επιτρέπουν να έκδηλοι περισσοτέραν νόησιν, θέλησιν καί έλευθερίαν καί έντονώτερα, ευγενέ­στερα αισθήματα.
§ 4. Άφ' ου το πνεύμα, όπως προαχθή εκ της ζωώδους καταστάσεως εις την άνθρωπίνην, εξεδήλωσε περισσοτέραν νόησιν, περισσοτέραν θέ­λησιν καί περισσοτέραν έλευθερίαν, πρέπει να συμπεράνωμεν, ότι δια να προοδεύση περισσότερον ό άνθρωπος καί δια να τελειοποιηθή είναι ανάγκη να καλλιεργήση καί να ανάπτυξη περισσότερον το νοητικόν του καί το αίσθηματικόν του μέρος, να εκδήλωση ίσχυροτέραν θέλησιν καί μεγαλυτέραν έλευθερίαν.
§ 5. Εάν οι ιδιότητες αύται αποτελούν τάς ευγενεστέρας, τάς πολυ­τιμότερος εκδηλώσεις του πνεύματος καί της Φύσεως καθόλου, είναι προφανές, ότι ταύτας όφείλομεν να έπιδιώκομεν καί εις αύτάς έγκειται δια τον άνθρωπον ή ουσία του αγαθού1. Ή άπόκτησις της σοφίας, της λογικότητος εν παντί, της θελήσεως καί της ελευθερίας, είναι επομέ­νως τα πολυτιμότερα πράγματα, τα οποία δύναται να ποθήση ό άνθρω­πος, ό έχων ύγιά τον νουν.
§ 6. Ό άνθρωπος προάγεται πνευματικώς, όταν έξευγενίζη τα αισθή­ματα του, έκλεπτύνη το νοητικόν του, ζητή την άλήθειαν καί άσκή την δι-καιοσύνην. Τουναντίον, μένει πνευματικώς στάσιμος, ενίοτε δε καί όπι-σθοβατεϊ, όταν έκδηλοι ζωώδη ένστικτα, ρέπη προς τα πάθη, εκτιμά πε­ρισσότερον την έξωτερικήν λάμψιν της εσωτερικής αξίας των πραγμά­των, έμμένη είς την ύποβολήν των ψευδών ιδεών, τάς οποίας το περι­βάλλον τω ένέπνευσεν.
§ 7. Ή εσωτερική, ή πραγματική αξία εκάστου ανθρώπου μετράται με το πνευματικόν κεφάλαιον των ψυχικών του δυνάμεων, των γνώσεων του, των αισθημάτων του.
§ 8. Ή θέλησις είναι ό κεντρικώτερος νόμος του πνεύματος, όστις συγκεντρώνει περί εαυτόν όλους τους άλλους νόμους της εσωτερικής των υποκειμένων ουσίας καί τους κατευθύνει προς την διεύθυνσιν, την οποίαν αυτός, τη βοήθεια του νοητικού, χαράσσει.
Β'.
§ 9. Το πνεύμα αποτελεί το εγώ, την συνείδησιν της Φύσεως. Ως τοιούτον, είναι ή διευθύνουσα τάς ενεργείας της Φύσεως δύναμις. Είναι εν τη φύσει ό βασιλεύς (Τις οΰν ουσία θεοϋ; Σάρξ; Μη γένοιτο. Αγρός; Μη γένοιτο. Φήμη; Μη γένοιτο. Νους, επιστήμη, λόγος ορθός; Ναι. Ενταύθα τοίνυν απλώς ζητεί την ούσίαν του άγαθοϋ. Επικτήτου «Διατριβαί» II, η.', 1-3 Πνεύμα εστίν ό θεός. Εύαγγέλιον Ιωάννου δ.' 24.) Σήμερον ό άνθρωπος κρατεί είς χείρας του καί χειρίζεται πολλάς φυσικός δυνάμεις. Δύναται, προαγόμενος πνευματι­κώς, να κατάκτηση βαθμιαίως όλας τάς δυνάμεις της Φύσεως. Δύναται ακόμη να γίνη κύριος εαυτού, κύριος της ειμαρμένης του' αρκεί να θέ­ληση τούτο, να γνωρίση πληρέστερον τους νόμους της Φύσεως καί να καλλιεργήση καταλλήλως τάς προσωπικός δυνάμεις του.
§ 10. Τα πάντα δύναται ό άνθρωπος να επιτυχή. Ή θέλησίς του μόνον προ του φυσικού νόμου δεν δύναται να άντιταχθή, διότι οι νόμοι της Φύ-οεως είναι αιώνιοι, αμετάβλητοι καί απαραβίαστοι. "Αρα, εν τη ανελίξει των δυνάμεων του ό άνθρωπος δέον να έχη ως κανόνα καί όδηγόν τον φυσικόν νόμον. Δια τούτο ό Επίκτητος έδίδαξε ((2) Επικτήτου «Διατριβαί» Ι, κστ.' 1.) «Νόμος βιωτικός εστίν ούτος, το άκόλουθον τη Φύσει πράττειν».
§ 11. Μη λησμονής ποτέ, ότι ισχυρός εν τη Φύσει δύναται να είναι μόνον ό ενάρετος, ό ακολουθών καί έφαρμόζων τους νόμους της Φύσε­ως. Του κακού οι δυνάμεις συντρίβονται προ της ακατάβλητου Ισχύος του φυσικού νόμου.

Γ.
12. Ή άσκησις της αρετής δεν σημαίνει άσκησιν είς την σκληραγωγίαν, την άκτημοσύνην, την νηστείαν, την αθλιότητα. Άρκεϊ είς τον επι­θυμούντα, να ισχυροποίηση την ψυχήν του, ώστε να ύποφέρη καί σκληραγωγίαν καί πτωχείαν, αν δεν δύναται να την αποφυγή, χωρίς να παραβή τάς ηθικός αρχάς καί χωρίς να χάση τον άτίμητον πλοϋτον της ηθικής καί της ατομικής του ελευθερίας. Δια να φυλαχθή από τούτο, δεν χρεωστεϊ να είναι πένης ως ό Σωκράτης, ή να κατοική είς οίκίαν γυμνήν επίπλων ως ό Έπίκτητος' άρκεϊ να προετοιμάζεται, αν ή τύχη τον βάλη είς όμοιας περιστάσεις του Σωκράτους καί του Επικτήτου, να προκρίνη την μεγαλοπρεπή πενίαν, παρά να αμαύρωση το ηθικόν του, ώστε να πώληση την συνείδησιν του, την τιμήν του, την άνεξαρτησίαν της γνώμης του κ.λ.π., δια να έλευθερωθή από την πενίαν. Ή αρετή συγχωρεί είς τον άνθρωπον όλας τάς αβλαβείς ήδονάς, εάν δύναται να τάς απόλαυση, χωρίς να βλάψη τινά καί χωρίς να τάς πλήρωση με την χρυσήν έλευθε­ρίαν του1. (Πρβλ.Άδαμ. Κοραής. Προλεγόμενα είς Επικτήτου «Διατριβάς»)


Δ'.
§ 13. Ό άνθρωπος δεν δύναται να ζήση τελείαν ζωήν, αν μη γεύηται όλων των αγαθών, τα όποια ή Φύσις παρέχει είς το πνεύμα, ϊνα τέρπηται εν τη καθόλου αυτού εξελίξει. Εάν ήκολουθοϋμεν εν παντί τάς υπαγο­ρεύσεις της Φύσεως, θα είμεθα εύδαίμονες.
§ 14. Ή απάθεια των Στωϊκών, ή πλήρης αδιαφορία προς την χαράν καί προς την λύπην είναι καί θεωρητικώς αβάσιμος καί πρακτικώς ανε­φάρμοστος. Ή έκμηδένισις της χαράς στερεί την ζωήν του κυριωτέρου θέλγητρου της. Ευδαιμονία του πνεύματος δεν δύναται να νοηθή άνευ χαράς. Ή λύπη είναι δοκιμασία, εις την οποίαν μας υποβάλλει ό νόμος
της Φύσεως δια τάς απέναντι αύτοϋ παραβάσεις, ϊνα μας έκπαιδεύη.Ή έλλειψις χαράς εις την ζωήν μας δεν πρέπει να μας άπογοητεύη, ουδέ πρέπει να έξαρτώμεν την γαλήνην του πνεύματος μας εξ αυτής, αλλά μόνον να μας διδάσκη τον τρόπον, δια του οποίου δυνάμεθα ν' άποκτή-σωμεν τα μέσα της διαρκούς χαράς. Ή διαρκής γαλήνη καί ή ελευθερία του πνεύματος προϋποθέτουν άνάπτυξιν της αντιλήψεως, μεγάλην έντασιν της θελήσεως καί έκπαίδευσιν της ψυχής δια μέσου των δοκι­μασιών.
§ 15. Εάν ό άνθρωπος έμελέτα τους νόμους της Φύσεως καί προε-νόει, ώστε ή βιολογία του καί οί κοινωνικοί του νόμοι να μην άπομακρύ-νωνται από την φύσιν του, θα ήτο ευδαίμων. Όλα τα ανθρώπινα δεινά πηγάζουν από την τρομεράν παρανόησιν της μη εξαρτήσεως του ανθρώ­που από τον φυσικόν νόμον, ένεκα της οποίας έδημιούργησεν ούτος συνθήκας κοινωνικός, αντικείμενος εντελώς καί προς την Φύσιν καί προς την λογικήν ύπόστασιν του ανθρώπου. (Ω τριομακάριστα πάντα καί τρισόλβια τα θηρί, οΐς ουκ εστί περί τούτων λόνος' οϋτ' εις έλεγχον ουδέν αυτών έρχεταΓ ούτ' άλλο τοιοϋτ' ουδέν έστ' αύτοίς κακόν έπακτόν, ην δ' αν είσενέγκηται φύσιν έκαστον, ευθύς καί νόμον ταύτην έχει' ημείς δ' άβίωτον ζώμεν άνθρωποι βίον, δουλεύομεν δόξαισιν, εύρόντες νόμους, προγόνοισιν, έκνόνοισιν' ουκ εστ' άποτυχεϊν κακοΰ' πρόφασιν δ' αεί τιν' έξευρίσκομεν.)

Ε.'
§ 16. θέλειν την πρόοδον ή παραμένειν εν τη ζωώδει καταστάσει; Ιδού το δίλημμα, όπερ εν συνειδήσει ή άσυνειδήτως τίθεται προ οφθαλ­μών παντός ανθρώπου.
§ 17. Δια να δημιουργήση τις την ζωήν του, πρέπει να είναι ζωντανός' δηλαδή πρέπει να θέση τάς ζωτικός του δυνάμεις εις δράσιν. Του παρα­μένοντος εν αδράνεια αϊ δυνάμεις ατροφούν, παραλύουν.
§ 18. Εις τούτο πρέπει έκαστος ημών να τείνη' να γίνη κάτι, όχι βέ­βαια προς κορεσμόν του έγωϊσμοϋ του, να μεγεθυνθή εν δυνάμει, να κα-ταστή σθεναρός τον χαρακτήρα1 να γίνη μέγας, ει δυνατόν, δια να προβι-βασθή πνευματικώς καί να υπηρέτηση την πρόοδον.
§ 19. Ό ζητών να καταστή ισχυρός, εάν άποβή τύραννος, δεσπότης των άλλων, πίπτει. Τον καταρρίπτει το πάθος του έγωϊσμοϋ καί αϊ κακαί πράξεις, εις τάς οποίας κατ' ανάγκην τότε υποπίπτει. Ό πράγματι ισχυ­ρός σέβεται απολύτως την έλευθερίαν των άλλων καί αναλαμβάνει απέ­ναντι έαυτοϋ την ύποχρέωσιν να βοηθήση καί τους άλλους να προοδεύ­σουν. Δύναται να φθάση εν τη προσπάθεια του ταύτη καί μέχρι θυσίας. § 20. Ό γνώστης των νόμων της ζωής, ό ισχυρός, είναι πρόσωπον, εις ό οί άλλοι υπακούουν άσυναισθήτως καί το όποιον περιβάλλουν με οεβασμόν. "Ελκει προς εαυτόν, ως ό Ήλιος, δια της ελκτικής αύτοϋ Ενεργείας, δια της αγάπης, τάς έχουσας μικροτέραν δύναμιν υποστά­σεις. Τάς έλκει όμως μόνον δια να έπιδαψιλεύση προς αύτάς την εύερ-γετικήν του έπήρειαν, μόνον δια να τάς φώτιση καί να τάς ανύψωση.
§ 21. Ουδείς δύναται να μεγαλουργήση, αν μη βαπτισθή εις το θερ-μόν εκείνο φως, το όποιον καλείται ενθουσιασμός, έφ' όσον μάλιστα ού­τος αποβλέπει εις ιδέας ανωτέρας τάξεως. Ό ιδεολόγος ενθουσιασμός ενισχύει την πνευματικήν ύγείαν.
§ 22. Καί εις τα άτομα καί εις τους λαούς, όταν το ϊδανικόν έκλειψη από τάς βλέψεις των, όλαι αϊ υποθέσεις των ακολουθούν την πτώσιν του ίδανικοϋ. Ακολουθεί ή διαφθορά, ή άποσύνθεσις, ή κατάρρευσις.
§ 23. Ή έλάττωσις της ψυχικής ενεργείας είναι πάθος, είναι νόσος του πνεύματος καί δύναται να παρασύρη προς τον ψυχικόν θάνατον (. "Αγρυπνος έσο τον νοϋν' συγγενής γαρ του αληθινού θανάτου ό περί τούτον ϋπνος. Πυθαγόρου παρά Στοβαίω.). Ή υπέρτατη δυστυχία δι' εν όν είναι ν' άπελπισθή από τον εαυτόν του, να χάση την προς εαυτό πεποίθησιν.

ΣΤ'.
§ 24. Όστις θέλει να καταστή σοφός, οφείλει ν' άποδεχθή προκατα­βολικώς, ότι είναι άμαθής' να δεχθή μετά του Σωκράτους, ότι «εν οϊδα-μεν, ότι ουδέν οϊδαμεν», ότι εκείνα τα όποια γνωρίζει είναι μηδέν απένα­ντι εκείνων, τα όποια δύναται να μάθη' καί από του σημείου τούτου άφορμώμενος ν' άρχίση' να ερευνά την άλήθειαν.
§ 25. Είναι επισφαλές να πιστεύη τις πάν, ό,τι δεν δύναται να κατα­νόηση κατά βάθος. Τα μόνα μέσα, τα όποια διαθέτει ό άνθρωπος δια να γνωρίση την άλήθειαν, τούτέστι την εν τη Φύσει πραγματικότητα, είναι οϊ αισθήσεις καί το λογικόν.
§ 26. Έκδηλοϋνται εν τη Φύσει φαινόμενα, άτινα δεν δύνανται ν' άναχθώσιν εις ενεργείας αντιληπτός υπό των υλικών ημών αισθήσεων, δια των οποίων δεν αντιλαμβανόμεθα πλήρως τον έξωτερικόν κόσμον, αλλά μόνον σχετικώς. Ή διανόησις όμως, ή ανθρωπινή έφευρετικότης καί αϊ έκδηλούμεναι λανθάνουσαι δυνάμεις του πνεύματος εύρύνουν το πεδίον της ανθρωπινής αντιλήψεως καί αυξάνουν τον κύκλον των γνώσεων μας, έμπνέουσαι εις ημάς την πεποίθησιν περί της παντοδυνα­μίας του ανθρωπίνου πνεύματος.
§ 27.«Γνώσεσθε την άλήθειαν καί ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς».( Εύαγγέλιον Ιωάννου η'. 31)

Ή αλήθεια καί μόνη δύναται πραγματικώς να μας ελευθέρωση. Μόνη αυτή δύναται να άπαλλάξη την ψυχήν μας από την δουλείαν του ψεύ­δους καί της αμάθειας. Μόνη αυτή δύναται να μας άπαλλάξη από τάς προλήψεις καί τάς ψευδείς ιδέας, με τάς οποίας μας έπότισε το περιβάλλον. Μόνη αυτή δύναται να μεταδώση προς την ψυχήν μας το φως, το οποίον θα εκδίωξη από αυτήν την κακίαν και το πάθος, να μας διδάξη τα πραγματικά μας συμφέροντα καί τον δρόμον, τον όποιον έχομεν να βαδίσωμεν ως υπάρξεις, να ενστάλαξη εις την καρδίαν μας την γλυκείαν θέρμην της αγάπης του πλησίον, της συμπαθείας προς όλα τα όντα καί της αναγνωρίσεως των δικαιωμάτων αυτών.

Ζ'.

Της δ' αρετή; ίδρωτα θεοί προπάροιθεν έ'θηκαν
Αθάνατοι· μακρός δε καί όρθιος οΐμος ες αυτήν
καί τραχύς το πρώτον έπήν δ' εις άκρον ϊκηαι,
ρη'ίδίη δ' έπειτα πέλει, χαλεπή περ' έοϋσα.
(Ησιόδου. Έργα καί ήμέραι).
§ 28. «Ει βούλει αγαθός είναι πρώτον πίστευσον, ότι κακός ει», έλεγεν ό Επίκτητος (Επικτήτου παρά Στοβαίω ) Όστις, δηλαδή, θέλει ν' άκολουθήση την όδόν της αρετής, να τελειοποίηση εαυτόν, πρέπει να λαβή ως άφετηρίαν την σκέ-ψιν καί την πεποίθησιν, ότι είναι ατελής καί πλήρης ελαττωμάτων. Εάν πιστεύης, ότι αποτελείς το άκρον άωτον της ανθρωπινής τελειότητας, θα μείνης όπως είσαι, αποκλείεις την πρόοδον, καταδικάζεις σεαυτόν εις στασιμότητα με μίαν λέξιν μωραίνεις, διότι δεν λαμβάνεις ύπ' όψει, ότι παντός πράγματος υπάρχει άλλον τελειότερον.
§ 29. Εάν στρέψης τους οφθαλμούς της διανοίας σου προς το έσω-τερικόν σου καί είσαι ειλικρινής, έσο βέβαιος, ότι θα φρίξης προ του θε­άματος, θα ίδής τότε, ότι είσαι τόσον μικρός καί τόσον κακός, τόσον εγωιστής καί τόσον ποταπός, ώστε υπάρχει κίνδυνος να σε καταλάβη ή απελπισία. Ακριβώς όμως τούτο πρέπει να αποφυγής. Χοίρου τουνα­ντίον χαράν μεγάλην, διότι ακριβώς άνεκάλυψες την νόσον, από την οποίαν πάσχεις. Άφ' ου άπαξ έκαμες την διάγνωσιν του κακού, εύκολος είναι ή θεραπεία1 αρκεί να τρέφης προς σεαυτόν σεβασμόν καί αύτοπε-ποίθησιν. θα ήτο όλέθριον δια σε, αν εκ της εξετάσεως του εσωτερικού σου άπεκόμιζες την έντύπωσιν, ότι καλώς έχεις.
§ 30. Εάν θέλης να καταστής αγαθός, μη διστάζης προ παντός εις πάσαν περίστασιν του βίου σου να θετής ένδομύχως σεαυτόν εις την θέ-σιν του κατηγορουμένου (Πυνθανομένου τινός, πώς αν τις εαυτού διδάσκαλος γένοιτο; «εΐ υπέρ ων επίτιμη τους άλλους», έφη, «καί έαυτώ έπιτιμώη μάλιστα». Διογένης παρά Στοβαίω.) Μη ζήτησης ποτέ να δικαιολόγησης σεαυτόν οιά ποταπών δικολαβικών σοφισμάτων. Τούτο δεν είναι γενναϊον. Εάν είλικρινώς έφαρμόσης την συμβουλήν αυτήν, θα ϊδης, ότι πάντοτε εις κάτι θα έπταισες, πάντοτε θα έχης κάτι να διόρθωσης από τον εαυτόν σου καί θα γίνεσαι εκάστοτε τελειότερος, εάν οι παρατηρήσεις αύται σε διδάσκουν.
§ 31. "Αμα ως διάγνωσης, ότι έχεις πράγματι ατέλειας καί άποφασί-σης να τάς διορθώσης' άμα ως άρχίσης να συζητής όλας τάς αντιλήψεις οου καί διαγιγνώσης πόσον αύται απομακρύνονται της αληθείας, τότε αρχίζεις ν' άναγεννάσαι ηθικώς. Ό παλαιός άνθρωπος υποχωρεί εν σοι, εξαφανίζεται1 καί εντός σου σχηματίζεται μία νέα ϋπαρξις αγνότερα, ήθι-κωτέρα, τελειότερα της πρώτης' γίνεσαι νέος, άλλος άνθρωπος.
§ 32. Ή μεταβολή αύτη όμως δεν είναι τόσον εύκολος. Δια τούτο «ή οδός προς την άρετήν είναι κατά πρώτον ανάντης καί τραχεία». Αϊ πα-λαιαί σου έξεις καί αντιλήψεις σε σύρουν προς την πρώτην σου κατάστα-σιν. Δημιουργείται εν σοι μία πάλη των παλαιών στοιχείων προς τάς νέας τάσεις, πάλη τρομερά έπικρατήσεως. "Αν θέλης όμως να βάδισης εμπρός, μη στρέψης οπίσω. Ή σύζυγος του Λώτ φεύγουσα από τα Σόδο-μα καί Γόμορα, κατά την Έβραϊκήν παράδοσιν, ό Όρφεύς σύρων εκ του Αδου την ψυχήν της Ευρυδίκης, κατά την Έλληνικήν παράδοσιν, παρι­στάνουν την εικόνα του πνεύματος, εντός του οποίου διεξάγεται ή πάλη αύτη. Καί αϊ δύο όμως αύται γυναίκες, συμβολίζουσαι την προς τα πάθη ρέπουσαν ψυχήν, ήττήθησαν, διότι εστράφησαν οπίσω προς τάς ιδέας του χάους. Εάν έξεδήλουν την απαιτουμένη έπιμονήν καί θέλησιν, θα ενικών.
§ 33. "Ας μη σε φέρη ποτέ εις σύγχυσιν ή πάλη αυτή των νέων σου αντιλήψεων προς τάς πρότερος αντιλήψεις σου, σφαλεράς έλεγχθεΐ-σας. Ή σύγχυσις της διανοίας, αν έκδηλωθή εν σοι, σε σύρει προς το σκότος. Μόνη ή γαλήνη οδηγεί προς το φως. "Αν σε καταλάβη όμως δια­νοητική σύγχυσις, μη απελπίζεσαι. Τούτο θα ήτο όλέθριον δια σε. Παϋσε τότε να συζητής καθ' εαυτόν τάς Ιδέας σου. "Υπάγε εις τον ήλιον, εις την ελεύθερον φύσιν καί προσπαθεί να έπαναφέρης εις το πνεύμα σου την γαλήνην. Τούτου γενομένου, προχωρεί καί πάλιν εις τον δύσκολον αυ­τόν δρόμον σου καί μη άπελπισθής, αν ή εν σοι πάλη εξακολούθηση, διό­τι είναι φυσικόν τούτο. Ή ψυχική αυτή πάλη δεν θα παύση, παρά όταν το πνεύμα σου φωτισθή, όταν εν σοι το αγαθόν νικήση τελειωτικώς το κα­κόν, όταν μορφωθής εις ηθικόν χαρακτήρα με φυσικός ιδέας καί θετι­κός πεποιθήσεις, αϊτινες να λειτουργώσιν εν σοι ως νόμοι της συνειδή­σεως.
§ 34. "Αν ευρίσκεσαι προ δυσκολίας να κατανίκησης εν ελάττωμα σου, εν πάθος σου, μη απελπίζεσαι. Ή επιμονή σου, αν σταθερώς έμμένης εν τη όδώ της αρετής, θα το κατανίκηση μίαν ήμέραν. Αρκεί, ότι απαρνεί­σαι την κακίαν, έστω καί αν δεν έχης ακόμη την δύναμιν να την εκρίζω­σης εντελώς από την ψυχήν σου. Ή μεταμόρφωσις του ανθρώπου εις φωτεινήν ϋπαρξιν δεν είναι εΰκολον πράγμα, ώστε να το επιτυχή τις δια μιας.
§ 35. Συχνά θα σε καταλαμβάνη πειρασμός. Τί είναι πειρασμός; Είναι ή άνάπτυξις σφοδρός επιθυμίας προς άπόλαυσιν πράγματος τίνος άπη-γορευμένου δια τον ένα ή τον άλλον λόγον. ΕΤνάι ή επιθυμία υπό μορφήν ίσχυροτέραν. Είναι αί κακαί έξεις καί ή προς αύτάς εκ συνήθειας ακατα­μάχητος ώθησις. Ή έμφάνισις του πειρασμού υπό μορφήν οιανδήποτε μη σε τρομάζη. "Αν τρέφης προς σεαυτόν σεβασμόν καί αύτοπεποίθησιν, θα δύνασαι να τον κατανίκησης άναπτύσσων την θέλησίν σου. Πολλάκις θα ευρέθης εϊς την ανάγκην να υποχώρησης πρό αύτοϋ, μη έχων δύνα-μιν ν' άντιστής όσον πρέπει. Καί τοϋτο μη σε φοβίζη. Σημαίνει απλώς, ότι ή θέλησίς σου ακόμη δεν ήσκήθη αρκούντως, δεν κατέστη ακόμη αρκε­τά ισχυρά, ώστε να κατανικά κάθε πάθος καί κάθε πειρασμόν.
§ 36. Ή διαρκής έγρήγορσις της συνειδήσεως, ή προσοχή καί ή συ­νεχής άσκησις εντείνουν την θέλησίν καί καθιστώσιν αυτήν άκατάβλη-τον. Εν τη ασκήσει της θελήσεως σου έργάζου μεθοδικώς, έφαρμόζων αυτήν διαδοχικώς εκ των μικρών προς τα μεγάλα. Ή έξοικείωσις της σκέψεως προς την κατάστασιν την οποίαν ποθοϋμεν να άποκτήσωμεν, εντείνει την θέλησίν καί βοηθεϊαυτήν ώστε να επιτυχή του ποθούμενου.
§ 37. Αϊ πονηροί πράξεις ή σκέψεις καταβιβάζουν το έπίπεδον της συνειδήσεως. Ενισχύονται τότε όλα τα πονηρά στοιχεία του πνεύματος μας· ή έντασις της θελήσεως μας μειοϋται καί φερόμεθα τότε μοιραίως προς το σκότος, προς την άτέλειαν.
§ 38. Διατηρεί πάντοτε την θέλησίν σου εις έντασιν. Όταν ή θέλησίς σου χαλαροϋται, εκτίθεσαι εϊς τον κίνδυνον να γίνης καί πάλιν λεία των ,παθών καί των πονηρών εμπνεύσεων.
§ 39. Δια να έκδηλοϋται καί μεγεθύνεται ή θέλησίς, πρέπει τα πάντα εν τω άνθρώπω να λειτουργούν φυσιολογικώς. Όταν το νευρικόν σύστη­μα διατελή εις κατάστασιν έκκρυθμον, είναι απολύτως αδύνατος ή καλ­λιέργεια της θελήσεως καί ή τελειοποίηση του ανθρώπου.

Η'.

§ 40. Ή ϋπαρξις σωματικής, διανοητικής καί ψυχικής υγείας είναι απαραίτητος προϋπόθεσις δια την καλλιέργειαν των λανθανουσών δυνά­μεων καί την τελειοποίησιν του ανθρώπου. Μεταξύ σώματος, νου καί ψυ­χής υπάρχει τοιαύτη σύνδεσις καί άλληλεπίδρασις, ώστε άναποτρέπτως ή καλή ή κακή κατάστασις του ενός δεν δύναται ή να έπιφέρη ανάλογα αποτελέσματα επί των άλλων. Επιτυγχάνονται τα άριστα των αποτελε­σμάτων μόνον δια της αρμονικής αναπτύξεως των τριών τούτων στοι­χείων της ανθρωπινής υποστάσεως.
§ 41. Ή μονομερής άσκησις του σώματος, καθώς καί ή διαρκής άπα-σχόλησις των ανθρώπων εϊς χειρωνακτικά έργα, χωρίς διανοητικήν καί ψυχικήν αυτών έκπαίδευσιν, ώθει περισσότερον προς την κατάστασιν του κτήνους, του υποζυγίου, άπομακρύνουσα αυτούς από την κατάστα­σιν του λογικού ζώου, του αρτίου ανθρώπου.
§ 42. Διανοητική καί ψυχική άνάπτυξις, δηλαδή άρτια έκπαίδευσις της διανοίας καί του χαρακτήρας είναι αδύνατος, αν μη ύπάρχη σωματι­κή υγεία καί φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού («Αΰξεται δε νόος παρεούσης ύγιείης, ην καλόν προνοέειν τους έσθλά φρονέοντας».Δημόκριτος. Περί φύσιος ανθρώπου )
Οι νευρασθενικοί, οι πάσχοντες εκ κληρονομικώς μεταδιδομένων νοσημάτων έχουν να πιιι:ρνικήσουν τάς μεγαλύτερος δυσκολίας εν τη όδώ της άρετής' καί μόνον αγνός καί φυσικός βίος καί τελεία προσήλωσις προς τάς υπαγο­ρεύσεις της Φύσεως δύναται να βελτίωση την κατάστασίν των. Οϊ τοιούτοι άνθρωποι είναι υπό ίσους όρους οί περισσότερον εκτεθειμένοι εις προσωπικάς αποτυχίας καί εις σφάλματα.
§ 43. Ό παρά την Φύσιν βίος καί ή χρήσις ερεθιστικών ή ναρκωτικών ουσιών είναι οί μεγαλύτεροι εχθροί της πνευματικής του ανθρώπου προ­όδου. Ή οργιαστική ζωή, αϊ άγρυπνίαι, ή χρήσις των οινοπνευματωδών ποτών καί των ναρκωτικών ουσιών (μορφινισμός κ.λπ.), μόνον υπό ί χθροϋ της ανθρωπότητας ήδύναντο να έπινοηθώσι, διότι οδηγούν προς ιόν έκφυλισμόν, τάς διανοητικός παρακρούσεις καί την ήθικήν έκλυσιν.
§ 44. Ή άπαιδευσία παρακωλύει την άνθρωπίνην πρόοδον, διότι οημιουργεΐ άτροφικήν κατάστασιν δια το πνεύμα, το κύριον δηλαδή μέ­ρος της ανθρωπινής υποστάσεως. Με την λέξιν παιδεία δεν πρέπει να ι'-.ννοώμεν, απλώς την γραμματικήν καί έπιστημονικήν άνάπτυξιν του αν­θρώπου, αλλά προς ταύταις καί την άγωγήν έκείνην του αισθήματος καί πίς διανοίας, ήτις συντελεί εις την άνάπτυξιν της ήμερότητος, της ελευ­θέρας σκέψεως καί της εμβρίθειας, αϊτινες καί μόναι δίδουν τα μέσα ι ης γνώσεως της αληθείας καί της πτήσεως του πνεύματος προς εύρυ-ιερους ορίζοντας. Οϋτω καί μόνον εκπαιδευόμενη ή διάνοια καθίσταται ιΊλευθέρα καί ικανή να άπαρνηθή τάς οιασδήποτε φύσεως προλήψεις κπί τα ψευδή δόγματα, τα όποια κατεργάζονται την πνευματικήν του αν­θρώπου δουλείαν καί την κακοδαιμονίαν αύτοϋ.
§ 45. Ή νοσηρότης της ψυχής δημιουργεί την κακίαν, το πάθος, την (Ίβουλίαν, τον φόβον, την άντιφυσικήν διάθεσιν, τον έγωϊσμόν, την άλα-ζονίαν καί όλα τα ελαττώματα του χαρακτήρας, τα όποια αποτελούν την άπομάκρυνσιν του πνεύματος από την φυσιολογικήν κατάστασιν του αϊ-οθήματος καί της θελήσεως. Ή σωματική υγεία, ή προσήλωσις της δια­νοίας προς τάς φυσικός αντιλήψεις, προς τάς Ιδέας της αληθείας, της αρετής, της δικαιοσύνης καί της ανθρωπινής αλληλεγγύης, βοηθοϋσι την έξυγίανσιν καί τον έξαγνισμόν της ψυχής. Επί ισχυρών παθών μόναι πι δοκιμασίαι καί αϊ ποιναί είναι ίκαναί να φέρωσιν εις την ψυχήν θερα-πείαν. (Πρβλ. Πλάτωνος Γοργίας XXXIV, Ο, Ε.)
§ 46. Ό αυτοματισμός, ή αντανακλαστική ενέργεια, ή καθ' έξιν κατά τα είθισμένα δράσις του ανθρώπου ναρκώνει το πνεύμα καί φέρει αυτό εις έκφυλισμόν. Εάν πρόκειται ποτέ να καταστή τις αύτοσυνείδησις, εί­ναι ανάγκη να εξαρτώνται όλαι αϊ ένέργειαι αύτοϋ εκ της σκέψεως του καί της θελήσεως του.
§ 47. Ή αταραξία, ή γαλήνη του πνεύματος καί της συνειδήσεως, ή συναίσθησις της εκπληρώσεως του καθήκοντος, ή έλλειψις εξαρτήσε­ως από της θελήσεως καί της γνώμης των άλλων, ή διαρκής φαιδρότης, ή άνάμνησις της υψηλής πνευματικής μας καταγωγής, ή αποφυγή οργής καί ερεθισμού κατά των άλλων, ή έλλειψις ανυπομονησίας δια την άπό-κτησιν οιουδήποτε πράγματος, ή γαληνιαία, ήρεμος προσπάθεια προς αύτοβελτίωσιν είναι μέσα προς άδιάκοπον διατήρησιν της ψυχικής υγείας καί της ισορροπίας του πνεύματος.
§ 48. Ή διαρκής φαιδρότης, ή εύθυμος ζωή προδίδουν φυσικήν ύγείαν, εν συνδυασμω προς την ήθικήν ίσορροπίαν1. (Άνθρώποισιν εύθυμίη γίνεται μετριότητι τέρψεως καί βίου συμμετρίη.Δημόκριτος παρά Στοβαίω )

θ'.

§ 49. Μη αμελής να έκπληροΤς τα καθήκοντα σου προς την Φύσιν καί προς το πνεύμα αυτής. Εκ των σπουδαιότερων καθηκόντων τούτων εί­ναι ή ύποχρέωσις προς άναπαραγωγήν των οργανισμών καί διαιώνισιν του είδους, καθώς καί ή ύποχρέωσις προς άνάπτυξιν υγιών οργανισμών. Έχε ύπ' όψιν σου, ότι δεν δύναται να εξελίχθη το πνεύμα παρά μόνον δια των οργανισμών, εν οΐς ένσαρκοϋται. Το ν' άποφεύγης άρα την τεκνογο-νίαν αποτελεί ου μόνον παράβασιν του φυσικού νόμου, αλλά καί παράβα-σιν καθήκοντος προς το πνεύμα καθ' όλου, ήτις παράβασις έχει άντίκτυ-πον επί της προόδου του ίδιου σου πνεύματος.
§ 50. Σέβου τάς γυναίκας. Ή απονομή τιμής προς αύτάς καί ή άνα-γνώρισις καί ό σεβασμός των δικαιωμάτων των ανυψώνει εξευγενίζει καί το άνθρώπινον γένος καθολικώς.
§ 51. Έκπλήρωσις καθήκοντος προς σεαυτόν, είναι να μερίμνης δια την καλήν διοίκησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων καί δια την άρμονικήν λειτουργίαν των πολιτειών κατά τρόπον, ώστε να πληρώται ό ανθρώπι­νος σκοπός όλων των πολιτών. Πάρεχε πάντοτε σεαυτόν υπόδειγμα ου μόνον έλευυθέρου καί συνετού ανθρώπου, αλλά καί αγαθού πολίτου.
§ 52. Προσπάθησε να μόρφωσης εις σεαυτόν χαρακτήρα. Χαρακτή­ρα έχει τις, όταν είναι πάντοτε συνεπής προς εαυτόν, δηλαδή, όταν δια τα αυτά πράγματα, υπό τάς αύτάς περιστάσεις σκέπτηται, όμιλή καί ενεργή πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον' καί όταν αϊ σκέψεις του, οι λόγοι του καί οι πράξεις του είναι σύμφωνοι προς άλλήλας. Όταν τούτο δεν συμβαίνη εις τίνα, τα στοιχεία της υπάρξεως του έρχονται εις σύγκρουσιν, το εγώ του αποτελεί τι συγκεχυμένον καί ή ζωή του δεν δύναται να έχη κατεύθυνσιν, ουδέ ώφέλιμον αποτέλεσμα.
§ 53. Σκέπτου πάντοτε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε αν τις αιφνιδίως σε ερώτηση, τί σκέπτεσαι; να του το εϊπης. Διότι δεν αρκεί να μη προβαί-νωμεν εις πράξεις, δια τάς οποίας να έντρεπώμεθα, αλλά καί να μη απα­σχολούν καί τον νουν μας σκέψεις επαίσχυντοι.
§ 54. Έσο ειλικρινής προς σεαυτόν. Μη ζητεί να δικαιολογής ένδομύχως τάς κακάς σου πράξεις δια δικολαβικών επιχειρημάτων, διότι εξαπατάς τότε σεαυτόν. Όταν έλλείπη από τον άνθρωπον ή εύθύτης καί ή εις εαυτόν είλικρίνεια, ή ψυχική του ύπόστασις ομοιάζει με κίβδηλον νόμισμα έστερημένον πάσης εσωτερικής αξίας.
§' 55. Απόφευγε να λέγης ή να πράττης ου μόνον ό,τι δύναται να γ.α< ιψη τινά, αλλά καί ό,τι δύναται να τον έξερεθίση.
§ 56. Έσο πάντοτε πράος καί ψύχραιμος. Ή ψυχική ταραχή, ή οργή, οι' ερεθισμός των νεύρων βλάπτουν προ παντός σε τον ίδιον, διότι σου πιιοκοτίζουν τον νουν, διαταράσσουν την ψυχικήν σου ίσορροπίαν, καί 11 ιν γαλήνην του πνεύματος σου.

ΙΑ'.

§ 57. Τα περιστατικά του βίου παρουσιάζουν κατά το πλείστον σύνθε-ιον, περίπλοκον όψιν' ευρισκόμεθα δε πάντοτε εις δυσκολίαν να δίδω-μεν εις τα ζητήματα μας απόλυτον λύσιν. Διαρκώς τιθέμεθα προ διλημμάτων, οπότε ύποχρέωσις ημών είναι να πράττωμεν το μη χείρον.
§ 58. Μηδέποτε μεταχειρίσθητε την βίαν, ήτις ανατρέπει πάντοτε την Ιοορροπίαν των δυνάμεων, αϊτινες κινοϋσι τον κόσμον. Μόνον όπλον προς διάδοσιν της αληθείας, προς άναγνώρισιν της δικαιοσύνης καί προς έπίτευξιν της προόδου έστω ό διαφωτισμός των συνειδήσεων δια ιού λογικού καί της πειθοϋ,,. Εναντίον της βίας των άλλων αντίτασσε ι κΊντοτε την διαμαρτυρίαν δια του λόγου καί της παθητικής αντιστάσεως.
§ 59. «Μη ζητεί τα γινόμενα γίνεσθαι ως θέλεις' αλλά θέλε τα γινόμε­να ως γίνεται καί εύρήσεις».
( Επίκτητου, Εγχειρίδιον)
§ 60. Εν τέλει ό σοφός δεν ζητεί μόνον να χρησιμοποιή τον βίον κα­λώς, αλλά καί δεν διστάζει, αν χρεία καλέση να εγκατάλειψη επίσης κα­λώς καί αξιοπρεπώς τον βίον. Επιζητών να είναι πάντοτε συνεπής προς Λαυτόν καί προς τάς αρχάς του εις πάσαν περίστασιν του βίου, δεν φο­βείται καί να άποθάνη ακόμη, ϊνα μείνη συνεπής προς εαυτόν καί πιστός είς το καθήκον.
Πηγή : περ. Ιλισσός τευχ. 186-187

Αντώνιος Ανδριανόπουλος (Πειραιάς 1876 – 1957) Ανήκε στην Στοά Προμηθεύς Καθηγητής

Εκτός της ιδιότητός του ως Καθηγητού της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών ήταν ένας φιλόσοφος και βαθειά σκεπτόμενος άνθρωπος. Ως καθηγητής δίδαξε στην έδρα της Γεωργικής Υδραυλικής και Τοπογραφίας. Υπηρέτησε ως Δ/της στο Υπουργείο Γεωργίας και ήταν εισηγητής πολλών νομοθετημάτων, όπως: η σύστασης της Διευθύνσεως Δασών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η μέριμνα της διευθέτησης χειμάρρων, κ.α Συνέγραψε μελέτες και άφησε ένα πλούσιο φιλοσοφικό έργο για τους Αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους που συγκεντρώθηκε και εξεδόθη με τον ίδιο τίτλο το 1971. Περιλαμβάνει τους , Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή, Σωκράτη, Πλάτωνα, Στωικούς κ.α

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ;

 
 
Αύτη αποτελεί την ιδεολογικήν βάσιν της Ελευθεροτεκτονικής και το θεμέλιον του όλου τεκτονικού συστήματος. Εν τη εξετάσει όμως αυτής δεν θα επεκταθώμεν εις το μέρος το αφορόν την δημιουργίαν των κόσμων, την σύνθεσιν της ουσίας της φύσεως, καθώς και την σύστασιν και εξέλιξιν του πνεύματος, καθόσον η ανάλυσις των θεμάτων τούτων αποτελεί αντικείμενον μελέτης των ανωτάτων τεκτονικών βαθμών και εκβαίνει του πλαισίου της παρούσης μελέτης. Θα περιορισθώμεν δε μόνον εις τας γενικάς γραμμάς της κοσμοθεωρίας ταύτης, αίτινες αποτελούν την βάσιν των ηθικοκοινωνικών αρχών του Τεκτονισμού.
 
Τας γενικάς τοιαύτας γραμμάς αρυόμεθα εκ των επισήμων κειμένων του Τάγματος και εκ των εκδοθέντων σχετικών δημοσιευμάτων κατά τα πρώτα μετά την εμφάνισιν του Τεκτονισμού έτη, ιδίως δε εκ της δημοσιευθείσης εν έτει 1738 εν Δουβλίνω της Σκωτίας «Απολογίας της Εταιρείας των Ελευθεροτεκτόνων».
 
Η απολογία αύτη εδημοσιεύθη, φαίνεται, υπό διαπρεπούς τέκτονος της εποχής εκείνης ανωνύμως, εις απάντησιν πολλών κατά του τεκτονισμού εκδοθέντων, άμα τη εμφανίσει του από του έτους 1717 συκοφαντικών δημοσιευμάτων, καθώς και της ποντιφικής βούλλας Κλήμεντος του ΧΙΙ «In eminentia apostolatus specula» εκδοθείσης κατά το έτος 1738, δι' ης αφωρίζετο ο τεκτονισμός, καθώς και οι οπαδοί του. Ποίαν σημασίαν είχεν η «Απολογία» αύτη και ποία σπουδαιότης απεδόθη εις αυτήν, δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του γεγονότος ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία, αναγνωρίσασα την ημιεπίσημον ιδιότητα αυτής, διέταξε κατ' απόφασιν του Πάππα να καή αντίτυπον αυτής δημοσία δια χειρός του δημίου. Και η απόφασις αύτη εξετελέσθη εν Ρώμη κατά Φεβρουάριον του έτους 1739.
 
Εν τη Απολογία ταύτη ο άγνωστος τέκτων συγγραφεύς αυτής τονίζει σαφώς και κατηγορηματικώς τον σύνδεσμον της Ελευθεροτεκτονικής προς τον κόσμον των ιδεών της αρχαίας Ελληνικής σοφίας.
 
Ο συγγραφεύς της «Απολογίας» εξετάζων ιστορικώς τα της ιδρύσεως του τεκτονισμού αναμιμνήσκεται των εταιρειών, αίτινες πάλαι ποτέ ιδρύθησαν και ελειτούργησαν εν τη αρχαία Ελλάδι και τη Ιταλία και λέγει, ότι «κατ' αποτίμησιν των Ελλήνων και των Ρωμαίων η Εταιρεία των Κτιστών από της Αγγλίας, ήτις υπήρξεν η γενέθλιος αυτής Γη, ήρχισε το στάδιόν της, επεκταθείσα και εις άλλας χώρας».
 
Η Εταιρεία – λέγει περαιτέρω – περί ης ομιλώ, ιδρύθη κατά το πρότυπον των εταιρειών εκείνων, αίτινες υπήρξαν εν Αθήναις, Λακεδαίμονι, Ρώμη και άλλαις πόλεσι της αρχαιότητος, εις τας οποίας ήνθησαν αι επιστήμαι και αι τέχναι...(Keller. Die Freimaurerei)
 
Εν τη πολυτίμω ταύτη συγγραφή λέγει, ο L. Keller, προ παντός διασαφηνίζεται και καθορίζεται η σύνδεσις του Ελευθεροτεκτονισμού προς το κλασσικόν ιδεώδες και προς τον κόσμον των ιδεών της Ελληνικής σοφίας, της οποίας οι μεγάλοι αντιπρόσωποι κατά πρώτον έδωκαν μορφήν και περιεχόμενον εις την ιδέαν του ανθρωπισμού. Βεβαιούται δε δια τούτου η περί της καταγωγής της εταιρείας έκφρασις και πεποίθησις της προ ολίγου τότε χρόνου ιδρυθείσης Μεγάλης Στοάς της Αγγλίας, ήτις εν τω συντάγματι αυτής εχαρακτήρισε τον Πυθαγόραν, τον Πλάτωνα καθώς και τας Ακαδημίας και Εταιρείας του αρχαίου κόσμου ως τους θεμελιωτάς πάσης Μασσωνίας.
 
Εν τη «Απολογία» ταύτη δίδονται και γενικαί τινες γραμμαί περί της Εταιρείας, βως περιεχούσης φιλοσοφικόν σύστημα – κοσμοθεωρίαν – λακωνικόν και σαφές, άγον ευθέως προς την αλήθειαν.
 
Εξ όσων εκ της απολογίας ταύτης ηδυνήθημεν να συναγάγωμεν, εν συσχετισμώ και προς τα τεκτονικά κείμενα και σύμβολα και προς συγγράμματα διαπρεπών τεκτόνων πραγματευόμενα περί του θέματος τούτου, η τεκτονική κοσμοθεωρία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων σοβαρωτέρων και βαθυτέρων και τα εξής εν συνόψει θεμελιώδη στοιχεία, των οποίων την συμπλήρωσιν δύναταί τις να αρυσθεί ανατρέχων εις τα συγγενή φιλοσοφικά συστήματα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνος και των Νεοπλατωνικών.
 
Τα πάντα εισίν έν εν παντί, και το εν τούτο ευρίσκεται ολόκληρον εν πάσι τοις πράγμασι. Τούτο, όπερ ολόκληρον εν παντί υπάρχει, είναι η αρχική αιτία. Αιώνιος, αμέτρητος ουσία, εκδηλούσα πνευματικάς δυνάμεις.
 
Εκ του παντός τούτου παρήχθη παν ον και εν τω παντί τούτω άπαντα τα όντα επιστρέφουσι. Είναι ο έσχατος σκοπός και λόγος απάντων των πραγμάτων...(Keller. Die Freimaurerei).
 
Αντίθεσις, δυαδισμός (dualismus) μεταξύ του ηθικού και του φυσικού κόσμου δεν υφίσταται. Η ύλη και το πνεύμα είναι εκπόρευσις μιας και της αυτής αρχικής αιτίας. Αμφότερα αποτελούνται εκ της αυτής ουσίας και διαφέρουν μόνον κατά το ποιόν και το ποσόν των εκδηλωθέντων υπ' αυτών νόμων, δυνάμεων και ιδιοτήτων. Κακόν ούτως εν τη φύσει δεν υφίσταται παρά μόνον εις τας διεστραμμένας διανοίας και ψυχάς των ανθρώπων και εις την ατελή αυτών κοινωνικήν οργάνωσιν.
 
Οι νόμοι της φύσεως και οι νόμοι του πνεύματος είναι εκπόρευσις της μιας και ενιαίας ουσίας και ως αποτέλεσμα έχουν την ισορροπίαν, την τάξιν και την αρμονικήν λειτουργίαν του κόσμου και των όντων. Ο πνευματικός κόσμος αποτελεί εν προς τον φυσικόν. Υπόκειται δε και ούτος εις τους αυτούς ιδίους και αμεταβλήτους καθολικούς νόμους της φύσεως.
 
Οι νόμοι της φύσεως δεν αντιστρατεύονται την ανύψωσιν του πνεύματος. Απ' εναντίας βοηθούσι το πνεύμα να διατηρήται εν τη υπάρξει, να εκδηλώνη τας δυνάμεις του και να εξελίσσηται, προβιβαζόμενον ούτως εκάστοτε εις ανωτέρας σφαίρας υπάρξεως. Αφ' ου το σύνολον της Φύσεως ασκεί τόσον ευεργετικήν επίδρασιν δια την πρόοδον και την ευδαιμονίαν του πνεύματος, τούτο οφείλει προς αυτήν σεβασμόν και λατρείαν.
 
Παν ό,τι υπαγορεύεται υπό του φυσικού νόμου εν σχέσει προς τον άνθρωπον, πληροί σκοπόν δια την ύπαρξίν του, δια την ανάπτυξίν του, δια την προαγωγήν του και δέον να απολαμβάνη σεβασμού εκ μέρους του ανθρώπου.
 
Η ανθρωπίνη ψυχή τελειοποιείται δια της αναπτύξεως όλων των ικανοτήτων και δυνάμεων, ων είναι επιδεκτική. Αν μη αναπτύξη τας γνώσεις της, και εξαγνίση τα αισθήματά της εις το φως της αγάπης προς παν ον, δεν δύναται να τελειοποιηθή, διότι ευρίσκεται εις αντίθεσιν προς την φύσιν της, προς τον φυσικόν νόμον, όστις υπαγορεύει εις αυτήν το ενσυνείδητον και την αρμονίαν αυτής προς το σύνολον και προς τα καθέκαστα της φύσεως. Η καλλιέργεια των διανοητικών και ψυχικών δυνάμεων και μόνη άγει προς την τελειότητα.
 
Η ψυχή δεν δύναται να εκδηλώση τας ικανότητας και δυνάμεις αυτής άνευ του οργανισμού. Αυτός παρέχει τας πολυτίμους δι' αυτήν αισθήσεις, δια των οποίων αποκτά γνώσιν της περιβαλλούσης αυτήν φύσεως. Αυτός παρέχει το μέσον της ενεργείας, δι' ου αύτη κινείται και δρα. Ο οργανισμός λοιπόν δεν αποτελεί δια την ψυχήν εχθρόν, τον οποίον πρέπει αύτη να κατανικήση και υποτάξη, αλλά φίλον και συνεργάτην, τον οποίον πρέπει να θεραπεύη και του οποίου τας δυνάμεις πρέπει να κρατύνη.
 
Το παν ζη. Ουδέν δημιουργείται. Ουδέν καταστρέφεται. Η θνητότης δεν είναι ή φαινομενικόν αποτέλεσμα απωλείας της ισορροπίας. Ό,τι καλούμεν θάνατον δεν δύναται να είναι ή μια των πολλαπλών εκδηλώσεων της ζωής. Εκτός της ατομικής μορφής, παν ό,τι υπήρξε και θα υπάρξη είναι αιώνιον. Η γέννησις δεν είναι ή σχετική αφετηρία. Ο θάνατος σχετικόν τέλος. Αμφότερα δε εκδηλώσεις της ζωής, ήτις δεν έχει αρχήν ουδέ τέλος. Ο θάνατος είναι η έναρξις μιας νέας ζωής.
 
Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα επί της αθανασίας. Το δικαίωμα τούτο επιβάλλει εις αυτόν το καθήκον να την κατακτήση δι' ευρρύθμου χρήσεως όλων των ιδιοτήτων, αίτινες ενυπάρχουν εν αυτώ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ Γ. ΑΝΔΡΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ
ΕΚΔΟΣΙΣ Β'
ΑΘΗΝΑΙ 1965
 
Αντώνιος Ανδριανόπουλος  (Πειραιάς 1876 – 1957) Ανήκε στην Στοά Προμηθεύς Καθηγητής

Εκτός της ιδιότητός του ως Καθηγητού της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών ήταν ένας φιλόσοφος και βαθειά σκεπτόμενος άνθρωπος. Ως καθηγητής δίδαξε στην έδρα της Γεωργικής Υδραυλικής και Τοπογραφίας. Υπηρέτησε ως Δ/της στο Υπουργείο Γεωργίας και ήταν εισηγητής πολλών νομοθετημάτων, όπως: η σύστασης της Διευθύνσεως Δασών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η μέριμνα της διευθέτησης χειμάρρων, κ.α Συνέγραψε μελέτες και άφησε ένα πλούσιο φιλοσοφικό έργο για τους Αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους που συγκεντρώθηκε και εξεδόθη με τον ίδιο τίτλο το 1971. Περιλαμβάνει τους , Πυθαγόρα, Εμπεδοκλή, Σωκράτη, Πλάτωνα, Στωικούς κ.α

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΣΟΝΩΝ





Επίσημα, ο τεκτονισμός δεν ανακατεύεται με την πολιτική. Έχει, όπως εκθέσαμε, άλλους σκοπούς, καθαρά «ανθρω­πιστικούς». Άλλο όμως το επίσημο κι άλλο το ανεπίσημο. Γιατί πολλές φορές και ειδικότερα στις Λατινικές χώρες, όχι μό­νο ανακατεύτηκε, αλλά έπαιξε και μεγάλο ρόλο, μέσα από τα πα­ρασκήνια πάντοτε, και επηρέασε δυναμικά την πολιτική ζωή με­ρικών χωρών. Ειδικά ο 20ός αιώνας έχει να παρουσιάσει στην Γαλλία στοές τεκτονικές, που κάνανε την χώρα να διοικείται σχεδόν ολοκληρωτικά από τους μασόνους.

Σε μια τεκτονική προκήρυξη του 1929 γράφεται καθαρά: «Οι μασόνοι θα καταστούν η βάση της Γαλλικής Δημοκρατίας».

Βέβαια, δεν είναι «όλοι» οι μασόνοι που ανακατεύονται με τα πολιτικά. Οι περισσότεροι, και μάλιστα οι μεγάλοι βαθμούχοι, μένουνε απόλυτα αμέτοχοι σε τέτοια θέματα. Και πρέπει να πούμε ότι, από κείνους που ανακατεύονται, συμβαίνει πολλές φορές να υπάρχουν αντιφρονούντες. Δηλαδή η πολιτική τους πεποίθηση δεν έχει  καμιά σχέση με τον μασονισμό και ακόμα τους κάνει αντι­πάλους στο πολιτικό πεδίο.

 Ο πολύς κόσμος νομίζει ότι οι μασόνοι παίρνουνε γραμμή τάδε από τους ανωτέρους τους ή από την στοά τους και πρέπει υποχρεωτικά  να ακολουθησούνε αυτή τη γραμμή. Αυτό είναι λάθος,  γιατί ο  επίσημος μασονισμός αναγνωρίζει ανεξαρτησία των αδελφών δηλαδή των μελών του, στο πολιτικό θέμα.

Πολλοί  έχουνε συμφέρον -γιατί ο μασονισμός έχει και πάρα πολλούς εχθρούς-να διαδίδουνε ό,τι θέλουνε. Και ακριβώς αυτή η φήμη ότι οι  μασόνοι συσπειρούνται γύρω από την ίδια πολιτική ιδεολογία , είναι καθαρός μύθος και επινόηση των αντιπάλων τους.

Για  βεβαίωση θα πούμε κάτι σαν αποκάλυψη: Οι περισσότεροι  πολιτικοί , όλου του κόσμου, είναι μασόνοι. Και αυτοί οι πολιτικοί είναι αντίθετοι στις εκλογές. Αυτοί τρώγονται πολιτικά, ενώ

Πολλές  φορές συμβαίνει να ανήκουν και στην ίδια ακόμα στοά.(Στοές  λέγονται οι διάφοροι τεκτονικοί σύλλογοι). Που σημαίνει  ότι ο  μασονισμός δεν ανακατεύεται καθόλου στις πολιτικές

πεποιθήσεις και στους πολιτικούς καβγάδες των μελών του.

Δηλαδή «δεν υπάρχει μασονική πολιτική ενιαίας κατευθύν­σεως». Αυτά που λένε, ότι «όλες οι μασονικές στοές του κόσμου είναι ενωμένες σε μια ενιαία πολιτική κατεύθυνση και ότι επιδιώκουνε όλες μαζί τον ίδιο πολιτικό σκοπό», είναι καθαρά παραμύ­θια και αποσκοπούνε ακριβώς να πολεμήσουνε την αδελφότητα με το όπλο «πολιτική».

Σήμερα υπάρχουν μασόνοι Εγγλέζοι καθαρά βασιλικοί, Γάλλοι δημοκρατικοί, άλλοι ριζοσπάστες και άλλοι ακόμα και κομμου­νιστές - μ' όλο που ο κομμουνισμός, όπως και ο εθνικοσοσιαλισμός, δεν εννοούνε την μασονία.

Την εποχή της Γαλλικής Επαναστάσεως, τον 18ο δηλαδή αιώνα, παρατηρήθηκε μια ένωση μασόνων που ευνοούσανε την διάδοση των επαναστατικών ιδεών. Και πολλοί από τους σημαίνοντες επα­ναστάτες υπήρξαν μασόνοι.

Με την διαφορά ότι καμιά σχέση δεν είχε το ένα με το άλλο, αφού «όλοι οι μασόνοι» δεν πήραν θέση. Και μάλιστα οι περισσότεροι υπήρξαν τέλεια αμέτοχοι. Λένε ότι υπήρξε ένα μυστικό μασονικό Διευθυντήριο, που καθοδηγούσε την επανάσταση από μασονική τοποθέτηση.

Δεν είναι αλήθεια αυτό. Τώρα, αν οι επαναστάτες μασόνοι εί­χανε ενωθεί σε μια μυστική ένωση, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την μασονική τους ιδιότητα. Ήτανε κάτι άλλο, τέλεια ξέχωρο, πο­λιτικό και όχι τεκτονικό.

Πολλοί μέσα στην Γαλλική Επανάσταση πήρανε θέση και μάλι­στα πρόσωπα με εξέχουσα προσωπικότητα, όπως ο δουξ του Σαρτρ, κατοπινός δουξ της Ορλεάνης, κατοπινός «Φίλιππος - Ισότης», και άλλοι που δεν ήτανε απόλυτα ή ήτανε καθαρά φιλοβασιλικοί. Όλα αυτά τα πρόσωπα ανήκαν σε στοές, έδρασαν πολιτικά, ένα σωρό από δαύτους εκτελεστήκανε στην λαιμητόμο τα χρόνια της ροβεσπιεριανής τρομοκρατίας (1793-4), περάσανε περιπέτειες και καταδικαστήκανε από μασόνους αντιθέτους, αφού λέγεται ότι κι ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος υπήρξε μασόνος.

Στην Ρωσική Επανάσταση έχουμε πάνω - κάτω τα ίδια. Και ο πρίγκιπας Λβώφ και ο Κερένσκυ ήτανε μασόνοι και πολεμήσανε εναντίον μασόνων του Λένιν. Τελικά ο Λένιν, που πίστευε στα δι­κά του ιδανικά, τους «σκούπισε» όλους, δικούς του και αντιπά­λους, με ριζικά και αποτελεσματικά μέτρα.

Πρέπει επίσης να ομολογήσουμε ότι, ύστερα από τον Πρώτο Πα­γκόσμιο Πόλεμο, πολλοί από τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς ηγέτες δεν ήτανε πια τέκτονες, όπως συνέβαινε προ του πολέμου Και για να τελειώνουμε μ' αυτό το θέμα, είναι απαραίτητο και πά­λι να τονίσουμε ένα πράγμα: Καμιά σχέση ανάμεσα τεκτονισμό και πολιτική. Τέλεια ξέχωρα το ένα από το άλλο, μπορεί να συ­μπέσουν, αλλά μόνο συμπτωματικά και δεν συνδυάζονται με κά­νε να τρόπο.

Ας έρθουμε τώρα στους εχθρούς των μασόνων, που είναι επίσης ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον.

Πολλά πολιτικά συστήματα, ανάμεσα στα οποία ο κομμουνι­σμός και ο φασισμός, είναι φανεροί εχθροί του τεκτονισμού. Όχι μόνο δεν τον δέχονται, αλλά τον κυνηγάνε να τον εξοντώσουν και μάλιστα -πολλές φορές με ριζικά και αυστηρά μέτρα.

Ο μεγαλύτερος όμως εχθρός του τεκτονισμού είναι η Εκκλησία. Και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από την Ορθόδοξη, η Καθολι­κή Εκκλησία.

Να μια εγκύκλιος του Πάπα Λέοντος του VIII, με χρονολογία 1884, που έχει τον τίτλο «Χουμάνουμ Γκένους» -«Το Γένος των Ανθρώπων»:

«Στην εποχή μας οι κακοποιοί έχουν συγκεντρωθεί μέσα σε μια τρομερή δύναμη, που κινείται μέσα στα κοινωνικά πλαίσια με δή­θεν νόμιμη οντότητα και που παρουσιάζει μια δυνατή και ακατα­μάχητη οργάνωση. Πρόκειται για τους μασόνους.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν κρατούν πια κανένα πρόσχημα και συ­ναγωνίζονται με αυθάδεια και θράσος την υψηλή ύπαρξη του Θεού. Ανοιχτά και χωρίς να το κρύβουν έχουν βαλθεί να ερειπώσουν την Αγία Εκκλησία και να διαφθείρουν κάθε χριστιανική κοινωνία και όλα τα χριστιανικά έθνη και να αρνηθούν αυτήν ταύτην την θεία ύπαρξη του Σωτήρος Ημών Κυρίου Ιησού Χριστού».

Το ότι, βέβαια, η Εκκλησία πολεμά τον μασονισμό δεν είναι κα­θόλου εκπληκτικό. Γιατί κι από την άλλη μεριά η μασονία είναι μια οργάνωση αν όχι αντιθρησκευτική, τουλάχιστον «αντικληρική», αφού οι αρχές της αντιτίθενται βασικά με τις κληρικές αντι­λήψεις.

Μερικοί μασόνοι, ιδίως του περασμένου αιώνα, δεν κρύψανε τις αντιθέσεις τους αυτές με την Εκκλησία. Άλλοι πάλι ισχυριστήκανε ότι ο μασονισμός βοηθά την Εκκλησία. Μέσα σ' αυτούς είναι ο Κλαβέλ κι ο Ζοζέφ ντε Μαίστρ, που ισχυριστήκανε ότι «ο χριστιανισμός και η μασονία αλληλοσυμπληρώνονται και μπορούνε μαζί να δημιουργήσουνε το μέλλον μιας ευτυχισμένης ανθρωπότητας».

Ούτε όπως το Βατικανό, ούτε οι επίσημες στοές δέχονται αυτές τις νόθες λύσεις. Η Εκκλησία δικαιολογεί απόλυτα την καταδίκη του τεκτονισμού, γιατί, όπως ισχυρίζεται, διαφθείρει την αγνότη­τα της πίστεως. Και πολλές φορές επιρρίπτει τερατώδεις και χονδροειδείς κατηγορίες εναντίον του τεκτονισμού, που τυχαίνει να βρίσκουν απήχηση στους φανατικούς οπαδούς της.

Ο κύριος κατασκευαστής των μυθευμάτων αυτών λέγεται ότι ήτανε ένας παπάς ονόματι Μπαρυέλ, μυθομανής και ασήμαντος στο ξεκίνημα του, που κατάφερε όμως με τα παραμύθια του να γίνει προσωπικότης. Τον Μπαρυέλ διαδέχτηκε κατά τα τέλη του περασμένου αιώνα ο Λεό Ταξίλ, ένας άνθρωπος ιδιοφυώς μυστικοπαθής, που άρχισε μια πολεμική δυναμική εναντίον των μασό­νων και που επενόησε τόσα παραμύθια, ώστε το εύπιστο κοινό που τα διάβαζε να τα κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα.

«Η μασονία, έγραφε ο Ταξίλ, είναι μια χαώδης ένωση ασυνει­δήτων, που συνωθούνται μεταξύ τους για να αποκτήσουν δύναμη απατώντας, μεθώντας και κλέβοντας τον λαό. Είναι το κατακάθι της ανθρώπινης ράτσας, ένα συνονθύλευμα καθαρμάτων. Μια ένω­ση ντροπής κρυφή, μια οργάνωση που βασίζεται στα πιο ταπεινά ένστικτα και στις πιο διεφθαρμένες διαστροφές. Μητέρες, κρύψτε τα κορίτσια σας, οι μασόνοι περνάνε».

Δημοσιογράφος πανέξυπνος και καπάτσος ο Ταξίλ, ήξερε να ερεθίζει το κοινό με τα δημοσιεύματα του, πάντοτε φανταστικά, αλλά και πάντοτε σπαρταριστά. Κάποτε έκανε μια ειδική έκδοση με τον τίτλο «Οι αδελφές μασόνες».

«Εδώ μέσα, έγραφε, τα εξηγώ όλα, γιατί κατάφερα να μπω στις παραμικρές λεπτομέρειες. Και πρέπει να με συγχωρήσετε αν σ' αυτήν την έκδοση, που είναι καθαρά λαϊκή, αναφέρω μερικά πράγ­ματα τολμηρά και ανήθικα. Αλλά πρέπει να τα αναλύσω όλα και να μην τα εκθέτω απλώς. Οι αρχηγοί των οικογενειών και τα ηλι­κιωμένα πρόσωπα θα πρέπει να διαβάσουν αυτό το ειδικό τεύ­χος, για να καταλάβουν τους κινδύνους που απειλούν τα παιδιάτους». Ο Ταξίλ είναι αυτός που φόρτωσε -φανταστικά-τους μασόνους με όλα τα εγκλήματα, τις δολοφονίες και τις ατιμίες που κυκλο­φορούν ακόμα σαν μύθος εναντίον τους. Όταν ο Γαμβέττας δο­λοφονήθηκε από μια γυναίκα στην Βίλλα Ζαρντί, ο Ταξίλ έδωσε στην δολοφόνο τον τίτλο της τέκτονος.

«Μ' αυτά που φανερώνω, έγραφε κάθε τόσο, το ξέρω ότι θα μου καρφώσουν κανένα μαχαίρι στις πλάτες ή καμιά πιστολιά στην καρδιά. Γιατί είναι δολοφόνοι. Αλλά δεν θα σταματήσω. Κι αν πε­θάνω από καμιά μυστηριώδη αρρώστια, ας το ξέρει όλος ο κόσμος ότι με δηλητηρίασαν αυτοί που κατηγορώ».

Και μ' όλα ταύτα κανείς ποτέ δεν τον πείραξε κι ο Ταξίλ πέθα­νε γέρος και τελείως φυσιολογικά.

Εν τούτοις οι καθολικοί διαβάζανε και πιστεύανε τον Ταξίλ, που βρήκε τρόπο να πλουτίσει με τα δημοσιεύματα του και την πολε­μική του. Κι όλο έγραφε πράγματα φαντασικά, μέχρι δηλαδή που έφτασε να περιγράφει σατανικές λειτουργίες μασόνων, που τις έβγαζε από την φαντασία του.

«Γονατίζουνε μπροστά σ' ένα ψεύτικο βωμό, ο ανώτατος της στοάς του Καντός τους δίνει μια όστια, την παίρνουν, προσεύχο­νται στον Σατανά κι ύστερα την σκίζουνε με στιλέτα και την κα-ταπίνουνε, φωνάζοντας "Νεκάμ Αντονάι» Κάτι τέτοια έγραφε και κάτι τέτοια πιστεύανε οι αφελείς. Το αληθινό όνομα του Τεξίλ ήτανε Γαβριήλ Γιογκάντ Παζέ. Εί­χε τελειώσει την σχολή των Ιησουιτών, αλλά τα χάλασε με τον κλή­ρο και πρωτοπαρουσιάστηκε σαν δημοσιογράφος με ένα έντυπο που είχε τον τίτλο «Αντικληρισμός». Έβριζε χυδαία όλους τους κληρικούς και δημοσίευε και αντιθρησκευτικά βιβλία, ανάμεσα στα οποία αναφέρω την «Διασκεδαστική Βίβλο» και τους «Έρω­τες του Πάπα Πίου του ενάτου».

Ξαφνικά το 1885 ο Ταξίλ τα γύρισε και έγινε φανατικός καθο­λικός. Τότε είναι που άρχισε τον αγώνα εναντίον των μασόνων, αλλά κι ο ίδιος διετέλεσε μασόνος για τέσσερα χρόνια (1881-5), χωρίς όμως να διακριθεί ποτέ και να πάρει βαθμό. Πάντοτε έμει­νε στον βαθμό του μαθητευομένου.

Το 1887 πρωτόβγαλε το πρώτο του αντιμασονικό βιβλίο με τίτ­λο «Αποκαλύψεις για τα μυστήρια των μασόνων». Την έκδοση την ανέλαβε ένας μεγάλος οίκος που έβγαζε τα καθολικά βιβλία.

Το μεγάλο και ανίδεο κοινό έμενε κατάπληκτο από τους παπαδοφάγους μασόνους. Άλλωστε αυτά τα βιβλία, που δήθεν αποκαλύπτουνε μυστήρια, πάντοτε βρίσκουνε μεγάλη απήχηση στο κοι­νό. Απ' εκεί και πέρα ο Ταξίλ πήρε φόρα κι άρχισε να γράφει χω­ρίς έλεγχο ό,τι του κατέβαινε. Έλεγε ότι γνώρισε μια μεγάλη ιέ­ρεια των παλλαδιστών, που λεγότανε Ντιάνα Βώγκαν και ότι αυτή του απεκάλυπτε τα μυστήρια, γιατί είχε μετανοήσει που απομα­κρύνθηκε από την καθολική θρησκεία. Ύστερα ανακάλυψε -πά­ντοτε φανταστικά-ότι ο γενικός αρχηγός των μασόνων όλου του κόσμου ήτανε ο Αμερικανός στρατηγός Άλμπερτ Πικ, κάθε Παρα­σκευή δε στις τρεις το απόγευμα ακριβώς, ο στρατηγός είχε ρα­ντεβού με τον ίδιο τον Σατανά, που του έδινε οδηγίες. Έγραφε ότι το γενικό στρατηγείο των παλλαδιστών βρίσκεται στο Τσάρλεστον των ΗΠΑ, κάτω σ' ένα υπόγειο και ότι εκεί μέσα φυλάσσεται η μυ­στική πράσινη βίβλος του Σατανά. Το βιβλίο λεγόταν «Απάντιο».

Απ' εκεί και πέρα πήρε φόρα και δεν τον σταμάταγες. Τα έβα­λε με τους Εγγλέζους του Γιβραλτάρ και ισχυριζότανε ότι κάτω από τα βράχια του Γιβραλτάρ ακριβώς βρίσκεται το πυρ της Κολάσεως και ότι οι άνθρωποι - τέρατα, αφοσιωμένοι στους Εγγλέ­ζους, κατασκευάζουνε εκεί μέσα μυστικά σατανικά όπλα.

Το σπουδαίο δεν είναι ότι τα έγραψε αυτά τα ανόητα. Το σπου­δαίο είναι ότι τα διαβάζανε. Και το σπουδαιότερο ότι τα πιστεύα­νε. Όχι βέβαια οι έξυπνοι, αλλά η μάζα των φανατισμένων και αγραμμάτων. Κι ο Ταξίλ είχε βρει το βιολί κι έκανε χρυσές δου­λειές, χώρια που ήτανε και το χαϊδεμένο παιδί του καθολικισμού που, κακώς, ανεχότανε και υπέθαλπε τέτοιες τερατολογίες.

Κάποτε ο Ταξίλ παρουσιάστηκε στο Βατικανό και ζήτησε ακρό­αση από τον Πάπα Λέοντα τον Όγδοο.

Φυσικά, ο Ποντίφηξ τον δέχτηκε αμέσως.

-Τι θέλεις, υιέ μου; τον ρώτησε.

-Άγιε Πάτερ, είπε υποκριτικά ο κατεργάρας, θέλω να πεθάνω στα πόδια σας τώρα αμέσως. Θα είναι η καλύτερη ευτυχία που θα μπορούσε να μου συμβεί.

Ο Πάπας, έξυπνος άνθρωπος, κατάλαβε αμέσως ότι τούτος εδώ είναι κατεργάρης και ψεύτης πρώτης γραμμής. Τον σήκωσε λοι­πόν, τον ευλόγησε και τον έδιωξε. Κι ύστερα είπε στους δικούς του:

-Τέτοιον τερατολόγο δεν έχω ανταμώσει στην ζωή μου.

Έλα όμως που με τα ψέματα του βοηθούσε την Καθολική Εκκλησία εναντίον του μασονισμού;

Κι αυτό ακριβώς είναι ένα σημείο που τονίζω κάθε φορά και που βρίσκονται μερικοί να με πούνε άθεο. Όχι, δεν είναι αθεΐα, άμα λέω ότι πρέπει να καθοδηγούμε τους χριστιανούς στην αληθινή, την φιλοσοφική έννοια της θρησκείας μας όπως είναι κι ότι δεν επι­τρέπεται να τους γεμίζουμε ψέματα. Δεν είναι αθεΐα, αλλά ειλι­κρίνεια από την μια μεριά και ζήτημα εξυπνάδας από την άλλη. Γιατί ο κόσμος όσο πάει μορφώνεται, διαβάζει, μαθαίνει και ξυ­πνάει. Κι όσο ξυπνάει και βλέπει ότι τον φλομώνουμε με τα πα­ραμύθια, τόσο δεν μας πιστεύει και τόσο στρέφεται προς άλλα «πιστεύω». Ενώ αν του πούμε, αυτό είναι που ζητά ο Χριστός, το σωστό, το φιλοσοφημένο, το τίμιο, τότε θα καταλάβει και θα μεί­νει κοντά Του. Αλλά οι φανατικοί δεν θέλουνε να το παραδεχτού­νε. Τρέχουνε στο παρελθόν κι ο κόσμος τρέχει στο μέλλον. Κακό της κεφαλής μας λοιπόν.

Βέβαια τον Ταξίλ τον αντικρούσανε πολλοί λογικοί άνθρωποι, που μάλιστα δεν ήτανε μασόνοι όπως ο δόκτωρ Μερέν. Τον εί­πανε ψεύτη και ταραχοποιό. Κι ο Ταξίλ, από την άλλη μεριά, εί­χε τους δικούς του, συνενόχους θα έλεγα, τον δόκτορα Μπατάιγ, τον Ιταλό Μαργκιότα και δώστου και δημοσίευε συνέχεια των πα­ραμυθιών του μαζί τους.

Γράφε, γράφε όμως, στο τέλος όλα αυτά γίνανε ένα είδος λαϊ­κού αναγνώσματος κι οι αναγνώστες τα παίρνανε για κέφι κι όχι γιατί τα πιστεύανε.

Ο Ταξίλ είδε ότι χάνει έδαφος και, το κυριότερο, ότι μειώνεται το εισόδημα και τότε έκανε για τρίτη φορά τη στροφή. Κάλεσε τους Παρισινούς στην μεγάλη αίθουσα των Γεωγραφικών Σπουδών, με πρόσχημα ότι θα προβεί σε νέες σοβαρές αποκαλύψεις.

Αυτό έγινε στις 29 Απριλίου 1897. Μαζεύτηκε κόσμος και όσοι ερχόντουσαν ήτανε υποχρεωμένοι να αφήσουνε τα μπαστούνια και τις ομπρέλες τους στην γκαρνταρόμπα...

Μέτρο που το 'χε πάρει σκόπιμα ο Ταξίλ για να μην τον δείρουνε αγρίως. Γιατί μόλις παρουσιάστηκε στο κοινό, αντί να κάνει αποκαλύψεις, άρχισε να βρίζει χυδαία τον μασονισμό, την Εκκλη­σία, τον παλλαδισμό, τα πάντα. Και στο τέλος, μπροστά σε όλο τον κόσμο ομολόγησε ότι ούτε Ντιάνα Βώγκαν υπήρχε, ούτε παλλαδισμός, ούτε τίποτα απ' αυτά που έγραφε ήτανε αλήθεια κι ότι τόσα χρόνια απλώς σφυγμομετρούσε την κοινή γνώμη. Ωραίο παιχνίδι έπαιξε, γιατί άμα τελείωσε έπιασε άλλο τροπάρι.

 -Τώρα όμως που τα μελέτησα καλά, θα δημοσιεύσω σωστές αποκαλύψεις για όλους αυτούς, ακόμα και για την Εκκλησία, που μας γελάνε με ψέματα και με μυθεύματα.

Παραδόξως δεν του σπάσανε το κεφάλι και παραδόξως ακόμα και το Βατικανό έκανε το κορόιδο και δεν επενέβη σ' αυτό το τρο­μερό διάβημα του Ταξίλ. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά εξακολουθούσε να στηρίζεται και να κυκλοφορεί τα παραμύθια του, παρ' όλο που οι μασόνοι, φυσικά, εκμεταλλευτήκανε τις αποκαλύψεις του.

Τι τα θες όμως. Ο κοσμάκης εξακολουθούσε κι εξακολουθεί -δυ­στυχώς-να πιστεύει κάτι τέτοια.

Καλά είπε ο Ταλεϋράνδος: «Συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, κά­τι μένει πάντοτε»...
Νίκος Τσιφόρος "Οι μυστικές εταιρείες"